Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Η​​ λέξη «λαϊκισμός» έχει κυριαρχήσει στην πολιτική συζήτηση τα τελευταία χρόνια, ως εξήγηση για τον κατακερματισμό του Κέντρου και την άνοδο των άκρων. Οσο περνάει ο καιρός, όμως, η έννοια αυτή φαίνεται ξεπερασμένη και μάλλον παραπλανητική. Η κυρίαρχη πολιτική τακτική, η μοναδική στρατηγική πλέον, δεν είναι η υπόσχεση εύκολων λύσεων αλλά η κατασκευή εχθρών και η καλλιέργεια του διχασμού. Η πολιτική αντιπαράθεση δεν «εμπνέεται» τόσο από ιδεολογικές και ταξικές διαφορές όσο από την ακραία αντιπαράθεση. Τώρα δεν έχει τόση σημασία το τι δίνεις, αλλά το ποιον κατηγορείς για τα δεινά του τόπου.

Στην Ελλάδα, όπου έχουμε εντρυφήσει σε όλες τις εκφάνσεις του λαϊκισμού, παρατηρούμε ότι η επένδυση στον διχασμό είναι η πιο επιτυχημένη στρατηγική για την κατάληψη και διατήρηση της εξουσίας. Βλέπουμε, όμως, και τα όριά της – απελευθερώνει δυνάμεις που αργά ή γρήγορα στρέφονται εναντίον των ιδίων που τις ενθάρρυναν. Κι αυτό επειδή δεν είναι στρατηγική, παρά μόνο η επίκληση στα πιο πρωτόγονα ανακλαστικά του ατόμου και της κοινωνίας. Οι υποκινητές του διχασμού προκαλούν τη δίνη για να εξασφαλίσουν τη συσπείρωση. Μπορεί να διαλύει ό,τι είχε οικοδομηθεί με χρόνο και με κόπο στο κράτος και στην κοινωνία, αλλά είναι αποτελεσματικό να ελευθερώνεις τα μίση και τα πάθη, να προκαλείς φόβο στους οπαδούς σου ώστε να συσπειρωθούν γύρω σου και, την ίδια ώρα, να πλήττεις συνεχώς τον «εχθρό» και τους υποστηρικτές του, ώστε η μοναδική υπόσχεση που μετράει πλέον να είναι αυτή των συνεχόμενων νικών σε αντάλλαγμα για την τυφλή πίστη των οπαδών. Ετσι «απενοχοποιούνται» ακραία συναισθήματα – ο ρατσισμός, ο ακραίος εθνικισμός κ.ά.

Η περίπτωση Ερντογάν δείχνει με τον πιο καθαρό τρόπο την επιτυχία, αλλά και τους κινδύνους αυτής της τακτικής. Ο Τούρκος πρόεδρος είχε επενδύσει ήδη στη ρήξη με τον κουρδικό πληθυσμό της χώρας του, ώστε να συσπειρώσει τους ψηφοφόρους του κόμματός του πριν από τις εθνικές εκλογές. Το περυσινό πραξικόπημα απέτυχε, σε μεγάλο βαθμό, λόγω της δυναμικής αντίδρασης μεγάλου μέρους των πολιτών. Κι όμως, σχεδόν αμέσως, ο Ερντογάν στράφηκε με μανία εναντίον των δημοκρατικών δυνάμεων και πολλών δημοσιογράφων που είχαν αντισταθεί στους πραξικοπηματίες. Επίσης, παρότι η νίκη του σε δημοψήφισμα ήταν οριακή, ο Ερντογάν αλλάζει το πολίτευμα της Τουρκίας σαν να διέθετε την ομόφωνη στήριξη του λαού. Η επιβίωσή του βασίζεται στην ολοένα μεγαλύτερη καταπίεση των πολιτών, στη συνεχή καλλιέργεια εχθρών και στην προπαγάνδα που τον παρουσιάζει αλάνθαστο και πάντα νικητή. Το αποτέλεσμα είναι λιγότερη ελευθερία για όλους και περισσότερους εχθρούς για τον ίδιο και για τη χώρα του. Αυτό το σχήμα συμπεριφοράς το βλέπουμε σε κάποιον βαθμό σε πολλές χώρες – από την Ρωσία έως τη Βενεζουέλα. Το παρατηρούμε τελευταίως και στις ΗΠΑ, στον βαθμό τουλάχιστον που μπορεί να το επιβάλει ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και στην πολιτική σκηνή κάποιων ευρωπαϊκών χωρών.

Ο τόσο εύκολος γάμος ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μάς προϊδέασε ότι ήταν προϊόν προξενιού – η κοινή έχθρα εναντίον των δανειακών υποχρεώσεων και εναντίον της προηγούμενης πολιτικής ελίτ (από την οποία οι ίδιοι προέρχονται και η οποία ουδέποτε τους στέρησε προνόμια). Ταξικοί εχθροί έγιναν όσοι πίστευαν στη σοβαρότητα και στην ευρωπαϊκή ιδέα (οι μισητοί στον ΣΥΡΙΖΑ «μενουμευρώπηδες»). Στη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 είδαμε πού οδηγεί η ακραία αντιπαράθεση με όλους και με όλα – σε εξωπραγματικές απαιτήσεις, σε εσωτερικές έριδες και σε αέναο διχασμό. Μόνος τρόπος συσπείρωσης είναι η ολοένα πιο έντονη επίθεση εναντίον παλιών ή νέων αντιπάλων. Η τακτική αυτή γίνεται αυτοσκοπός. Στο τέλος γίνεται ιδεολογία και παγίδα. Αυτοί που ανατράφηκαν με παραμύθια μίσους και διχασμού στρέφονται κατά της υπόλοιπης κοινωνίας – αλλά και κατά των πνευματικών γονιών τους, εάν αυτοί επιχειρήσουν να τους ελέγξουν.

Έντυπη