ΚΕ του ΚΚΕ, σε πρόσφατη συνεδρίασή της, συζήτησε τις τρέχουσες οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις σε διεθνές και εσωτερικό επίπεδο και καθόρισε τα άμεσα καθήκοντα του Κόμματος, ώστε να δυναμώσουν οι εργατικοί – λαϊκοί αγώνες, η κοινωνική συμμαχία, να γίνει υπόθεση της λαϊκής πάλης η πρόταση διεξόδου που προτείνει το ΚΚΕ, για μια ριζικά διαφορετική πορεία της χώρας, με την εργατική τάξη και το λαό να έχουν στα χέρια τους την εξουσία και την οικονομία.
Η ΚΕ κατέληξε στην παρακάτω Απόφαση – Ανακοίνωση, την οποία δίνει στη δημοσιότητα:
1.Οι αρνητικές για τα λαϊκά συμφέροντα εξελίξεις, σε διεθνές και περιφερειακό επίπεδο όσο και στη χώρα μας, βεβαιώνουν ότι το βάρβαρο και αντιλαϊκό, σε κάθε πτυχή και εκδήλωσή του, ιμπεριαλιστικό σύστημα, ο καπιταλισμός, δεν εξανθρωπίζεται.
Φτώχεια, ανεργία, ιμπεριαλιστικός πόλεμος, προσφυγιά, αναγκαστική μετανάστευση μια απάντηση μπορούν να έχουν από τη σκοπιά των λαών: Αντικαπιταλιστική – αντιμονοπωλιακή πάλη για την ανατροπή του σάπιου συστήματος.
Μόνο σε αυτήν την πορεία του αγώνα για ριζική λύση, για πραγματική διέξοδο, μπορούν οι λαϊκές δυνάμεις που υποφέρουν να παρεμποδίζουν μέτρα, να αμβλύνουν συνέπειες, να αποσπούν και κάποιες κατακτήσεις.
Οι τρέχουσες εξελίξεις χαρακτηρίζονται από τη δυσκολία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ να ολοκληρώσει την «αξιολόγηση» που προβλέπει το 3ο μνημόνιο και κυρίως να προχωρήσει απρόσκοπτα στην εφαρμογή του νέου ασφαλιστικού νόμου και των άλλων προαπαιτούμενων αντεργατικών – αντιλαϊκών μέτρων.
Οι μεγάλες κινητοποιήσεις της εργατικής τάξης, των μικρομεσαίων αγροτών, των αυτοαπασχολούμενων ΕΒΕ, των επιστημόνων, των γυναικών, της νεολαίας, των συνταξιούχων, αυξημένης μαζικότητας, ανεβασμένων μορφών πάλης, αλληλεγγύης, διάρκειας, έχουν συμβάλει στην καθυστέρηση της κατάθεσης και ψήφισης της κυβερνητικής πρότασης για το Ασφαλιστικό, που αρχικά είχε προγραμματιστεί για το τέλος Γενάρη.
Η δυσκολία της κυβέρνησης σχετίζεται και με τη στάση των άλλων αστικών κομμάτων που δεν στηρίζουν ανοιχτά τα μέτρα της κυβέρνησης, ενώ συμφωνούν με την ουσία τους, με προφανή στόχο να αναβαπτιστούν στη λαϊκή συνείδηση και να κρατήσουν αποστάσεις από την ψήφο που έδωσαν στο 3ο μνημόνιο, το οποίο εμπεριέχει – και μάλιστα περιγράφει αναλυτικά – τα αντιλαϊκά μέτρα.
2.Στις οικονομικές – πολιτικές δυσχέρειες της κυβέρνησης προστίθενται και οι δυσχέρειες που έχουν σχέση με το οξυμένο πρόβλημα της ανεξέλεγκτης εισροής προσφύγων και μεταναστών.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ φέρει σοβαρότατες ευθύνες για την εξέλιξη του προβλήματος. Συμμετέχει ενεργά στους σχεδιασμούς της ΕΕ για το Προσφυγικό – Μεταναστευτικό, ψήφισε και συμφώνησε σε αποφάσεις που οδηγούν σε μαζικό εγκλωβισμό προσφύγων – μεταναστών στην Ελλάδα και στο ανοιγοκλείσιμο της κάνουλας των προσφυγικών ροών, σύμφωνα με τις ανάγκες του κεφαλαίου για φτηνά εργατικά χέρια.
Αυτές τις ανάγκες εξυπηρετεί και το πρόγραμμα μετεγκατάστασης ενός μηδαμινού αριθμού προσφύγων από Ελλάδα, Ιταλία σε άλλα κράτη – μέλη και τα «hot spots» διαλογής των προσφύγων. Οι αντιθέσεις μεταξύ κρατών – μελών για τη διαχείριση του Προσφυγικού – Μεταναστευτικού, που έχουν οξυνθεί το τελευταίο διάστημα (κλείσιμο συνόρων, συζήτηση για αναστολή της Σένγκεν), οφείλονται στα διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης και στη διαφορετική θέση της οικονομίας των καπιταλιστικών κρατών – μελών στην ΕΕ και παγκοσμίως, παράγοντες που επιδρούν στη στάση τους απέναντι στο προσφυγικό – μεταναστευτικό ζήτημα.
Μπροστά στην ορατή πλέον κατάσταση του εγκλωβισμού δεκάδων χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών στην Ελλάδα, το λαϊκό κίνημα χρειάζεται ακόμη περισσότερο να στοχεύσει τον πραγματικό υπαίτιο για το Προσφυγικό – Μεταναστευτικό, ο λαός να βγάλει συμπεράσματα για το χαρακτήρα της λυκοσυμμαχίας της ΕΕ και των πολιτικών δυνάμεων που τη στηρίζουν και να απαιτήσει τη σύγκρουση με τις πολιτικές της ΕΕ για το Προσφυγικό – Μεταναστευτικό. Να εντείνει την αλληλεγγύη του απέναντι στα θύματα του ιμπεριαλισμού, να απομονώσει τις ρατσιστικές – ναζιστικές – φασιστικές συμμορίες.
Ιδιαίτερα επικίνδυνη εξέλιξη αποτελεί η ανάμειξη του ΝΑΤΟ στο Προσφυγικό, μετά από πρόταση των Γερμανίας – Τουρκίας και συμφωνία της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και των άλλων κομμάτων, με προσχηματικές «διαφοροποιήσεις». Η εμπλοκή του ΝΑΤΟ ουσιαστικά ενισχύει τη στρατιωτική δράση της Τουρκίας στη Συρία, ανοίγοντας το δρόμο για την πιο ενεργή ανάμειξη του ίδιου του ΝΑΤΟ στο «Συριακό» αλλά και στη Βόρεια Αφρική. Αυτό δείχνει η ανάληψη της δράσης από τη Νότια Πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Αυτή η εμπλοκή οδηγεί στην κλιμάκωση του πολέμου και προετοιμάζει νέες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, π.χ. στη Λιβύη, που θα αυξήσουν τα κύματα των προσφύγων. Οξύνει τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και τη Ρωσία, που εκδηλώνονται και με τη συγκέντρωση πολεμικών μέσων στην περιοχή και αυξάνει τον κίνδυνο άμεσης εμπλοκής της χώρας στην περίπτωση γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου στην περιοχή.
Την ίδια στιγμή, δυναμώνουν οι αντιθέσεις, ακόμη και μέσα στο ΝΑΤΟ, με τις αντιδράσεις τόσο των Πολωνίας, Γερμανίας, Τουρκίας, αλλά και της Σαουδικής Αραβίας, στο ενδεχόμενο ενός προσωρινού συμβιβασμού ΗΠΑ – Ρωσίας στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, που θα περιλαμβάνει και σύμπλευση για συμμετοχή των Κούρδων της Συρίας στα διαπραγματευόμενα μέρη.
Συνολικά, η εμπλοκή του ΝΑΤΟ αυξάνει τους κινδύνους, αποθρασύνει και ενισχύει την τουρκική επιθετικότητα και προκλητικότητα σε βάρος κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας.
3.Βάση όλων των αντιθέσεων που οξύνονται είναι η πορεία της καπιταλιστικής οικονομίας διεθνώς και στην ΕΕ. Στην Ελλάδα, το 2015 έκλεισε με νέα συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 0,7%, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ενώ αρνητικά «τρέχει» και το 2016. Η αυξανόμενη δυσκολία στην άσκηση της καπιταλιστικής διαχείρισης και στην Ελλάδα βρίσκεται σε συνάρτηση με την όξυνση της οικονομικής κατάστασης σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η παγκόσμια καπιταλιστική ανάπτυξη επιβραδύνθηκε, πέφτοντας στο 3,1% το 2015, σε σχέση με 3,46% το 2014. Κυρίως, υπάρχει επιβράδυνση της οικονομίας της Κίνας, κρίση στη Βραζιλία και τη Ρωσία.
Η Ευρωζώνη, ως σύνολο, παραμένει σε περιορισμένους ρυθμούς ανάπτυξης, με σημάδια αστάθειας στη Γαλλία και την Ιταλία, με συρρίκνωση της βιομηχανικής παραγωγής στο σκληρό πυρήνα της Ευρωζώνης.
Στις ΗΠΑ αναπτύσσεται πολιτική συζήτηση για τα προβλήματα που γεννά η ενίσχυση του δολαρίου έναντι του ευρώ, ως δυσμενούς παράγοντα για τις αμερικανικές εξαγωγές.
Σε αυτό το πλαίσιο, μεγαλώνουν οι αντιθέσεις για το μέλλον της ΕΕ και της Ευρωζώνης. Αυξάνονται οι πιέσεις της γαλλικής και της ιταλικής κυβέρνησης προς τη γερμανική για χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής, με στόχο τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας των δικών τους μονοπωλίων, σε συνθήκες που ανάμεσα στις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης (Γερμανίας – Γαλλίας) παραμένουν οξυμένες διαφορές ως προς τη δημοσιονομική τους κατάσταση (πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών και οριακό δημοσιονομικό πλεόνασμα στη Γερμανία, αντίστοιχα ελλείμματα στη Γαλλία).
Προς το παρόν, δείχνει να υπερισχύει η γερμανική πρόταση για τη συγκρότηση Ανεξάρτητου Δημοσιονομικού Συμβουλίου, που θα κρίνει τη συμμόρφωση και απόκλιση των κρατών – μελών από το Σύμφωνο Σταθερότητας, έναντι της πρότασης Ολάντ για συγκρότηση κυβέρνησης της Ευρωζώνης και Κοινοβουλίου του Ευρώ.
Από την άλλη, η Βρετανία ακολουθεί πολιτική αποστασιοποίησης σε σχέση με την εμβάθυνση στην Ευρωζώνη, ενώ η συμμετοχή της στην ΕΕ θα κριθεί με δημοψήφισμα τον προσεχή Ιούνη. Στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής, επιτεύχθηκε ένας προσωρινός, εύθραυστος συμβιβασμός, με ανοχή στη συμμετοχή κρατών με διαφορετικό νόμισμα στην ΕΕ.
Η «αδιάλλακτη» στάση του κουαρτέτου το προηγούμενο διάστημα σχετικά με την ολοκλήρωση της «αξιολόγησης», καθώς και οι διαφορετικές θέσεις για την «αξιολόγηση» και τη διαπραγμάτευση για το δημόσιο χρέος, δεν απορρέουν μόνο από στενά οικονομικά κίνητρα και δεδομένα, αλλά εκφράζουν τις γενικότερες αντιθέσεις για την προοπτική της Ευρωζώνης. Μέσα σε αυτό το κλίμα, αναζωπυρώνεται και η συζήτηση για το grexit, που μπορεί να αξιοποιηθεί από τη γερμανική κυβέρνηση ως μοχλός πίεσης, για να κάμψει τις αντιδράσεις προς την πρότασή της για το μέλλον της Ευρωζώνης.
Τα παραπάνω διαψεύδουν την κυβέρνηση που ισχυρίζεται ότι αυτά τα μέτρα είναι αναγκαία, γιατί θα οδηγήσουν στην οριστική έξοδο από την κρίση και στη διασφάλιση της πορείας στην Ευρωζώνη που θα είναι προς το συμφέρον του λαού. Η κυβέρνηση κρύβει ότι και στη φάση της όποιας καπιταλιστικής ανάκαμψης όλα τα αντεργατικά – αντιλαϊκά μέτρα θα παραμείνουν, ενώ την ίδια στιγμή η πορεία της ελληνικής οικονομίας θα εξαρτηθεί από τις συνολικότερες εξελίξεις σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, όπου δεν έχει εξαλειφθεί ο κίνδυνος – το αντίθετο μάλιστα – μιας πιο βαθιάς και συγχρονισμένης κρίσης.
4.Την ίδια στιγμή, με βάση το στρατηγικό στόχο της αστικής τάξης για ανάδειξη της χώρας σε κόμβο μεταφοράς Ενέργειας και εμπορευμάτων, η κυβέρνηση προσπαθεί να αναβαθμίσει τη συμμαχία της με το Ισραήλ, επιχειρεί άνοιγμα στο Ιράν και διατηρεί αντιφατικές σχέσεις ανταγωνισμού και συνεργασίας με την Τουρκία.
Το πρόσφατο μνημόνιο ναυτιλιακής συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας αποτελεί την πιο σημαντική εξέλιξη στις οικονομικές ελληνοτουρκικές σχέσεις. Το μνημόνιο περιλαμβάνει εγκαθίδρυση τακτικών συνδέσεων μεταξύ ελληνικών και τουρκικών λιμένων για μεταφορές με πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και με οχηματαγωγά πλοία, καθώς και τη συνεργασία στην κρουαζιέρα και τον θαλάσσιο τουρισμό.
Μεγαλύτερης έκτασης και βάθους είναι οι συμφωνίες συνεργασίας με το Ισραήλ, που αφορούν στην επανεκκίνηση του αγωγού φυσικού αερίου «East Med», την καλωδιακή σύνδεση Ενέργειας, τη συνεργασία στην τεχνολογία Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, τη διεύρυνση δυνατοτήτων κατασκευής σταθμών (θέμα που εντάσσεται και στην τριμερή συμφωνία Ελλάδας – Κύπρου – Αιγύπτου). Συνεχίζεται, επίσης, η στρατιωτική συνεργασία σε όλα τα επίπεδα.
Σε αυτό το πλαίσιο, εντείνονται οι πιέσεις για γρήγορη επίλυση του Κυπριακού, με βάση ουσιαστικά ένα νέο διχοτομικό σχέδιο «τύπου Ανάν».
Το άνοιγμα στο Ιράν περιλαμβάνει την έναρξη προμηθειών αργού πετρελαίου μέσα στο 2016, τις επαφές για επενδύσεις ομίλων και συζητήσεις με εκπροσώπους της Ενωσης Ελλήνων Εφοπλιστών.
5.Η δυσκολία περάσματος στην καπιταλιστική ανάκαμψη, η όξυνση των αντιθέσεων στην ΕΕ και την Ευρωζώνη, των γενικότερων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στην περιοχή και με πολεμικά πλοία, η διαχείριση των προσφυγικών ροών, είναι το έδαφος που διαμορφώνει συνθήκες κυβερνητικής αστάθειας και δυσκολίες στην αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος.
Βασικά στοιχεία των διεργασιών αναμόρφωσης αποτελούν, από τη μια, η προσπάθεια διαμόρφωσης ενός νέου διπολισμού ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ, αναγκαίου για τη λειτουργία του συστήματος κυβερνητικής εναλλαγής και εγκλωβισμού λαϊκών μαζών με αποπροσανατολιστικά διλήμματα και, από την άλλη, η επιδίωξη για «εθνική συναίνεση και συνεννόηση» στην εφαρμογή αναδιαρθρώσεων στρατηγικής σημασίας για το κεφάλαιο. Αυτά τα στοιχεία είναι αντιφατικά, γι’ αυτό και δύσκολο να εξισορροπήσουν.
Ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται πως δυσκολεύεται στο ρόλο της προώθησης της πολιτικής των αναδιαρθρώσεων, της στρατηγικής του κεφαλαίου, εξασφαλίζοντας την εργατική – λαϊκή ανοχή και την ευρύτερη πολιτική συναίνεση. Οι εργατικές – λαϊκές αντιδράσεις προκαλούν δυσκολίες στο εσωτερικό του, δυσαρέσκεια και απώλειες σαν αυτές που αντιμετώπισαν και τα άλλα αστικά κυβερνητικά κόμματα από το 2009 μέχρι σήμερα.
Με επιμονή συσκοτίζει και αποχαρακτηρίζει τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της οικονομικής κρίσης, ακολουθεί την πολιτική των προκατόχων του, αναδεικνύοντας ως αιτίες τα σκάνδαλα και τη διαπλοκή, που είναι αναπόσπαστα με την πολιτική υπηρέτησης του κεφαλαίου και της κερδοφορίας του. Ταυτόχρονα, επιλέγει την παραπλανητική προπαγάνδα ότι η πολιτική του έχει λαϊκό ταξικό προσανατολισμό, επικαλούμενος τα συσσίτια και τα ψίχουλα στην ακραία φτώχεια. Οσο μεγαλώνει η λαϊκή δυσαρέσκεια, τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να υποβιβάσει τις δίκαιες εργατικές – λαϊκές απαιτήσεις.
Η ΝΔ, υπό τη νέα ηγεσία της, προσπαθεί να αναδειχθεί σε αξιόπιστη λύση αστικής διακυβέρνησης, εξασφαλίζοντας τη στήριξη βασικών τμημάτων του κεφαλαίου, αλλά και της ΕΕ. Επιδιώκει να εμφανιστεί ως υπεύθυνη και όχι λαϊκίστικη αντιπολίτευση, ως ένα μετριοπαθές κόμμα «κεντρώου προσανατολισμού», συνεπής υποστηρικτής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και της ευρωζωνικής ένταξης. Την ίδια στιγμή, συνεχίζονται οι συζητήσεις για τη δημιουργία κόμματος «δεξιά» της ΝΔ.
Στο χώρο της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας, με βασικό εκφραστή τη Δημοκρατική Συμπαράταξη (ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ), εντάθηκαν οι διεργασίες το τελευταίο διάστημα, ειδικά μετά την εκλογή νέας ηγεσίας στη ΝΔ. Παρά την κριτική που ασκεί η ηγεσία της στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, μια σειρά από κινήσεις δείχνουν ότι γίνεται προσπάθεια να κρατιέται ανοιχτός ο ορίζοντας μιας μελλοντικής συνεννόησης, ακόμα και συνεργασίας. Οι δηλώσεις της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ, με αφορμή την εκλογή του προέδρου της ΝΔ, ότι τη χωρίζει άβυσσος από τη ΝΔ, υποδηλώνει τον ελιγμό του στίγματος που θέλει να δώσει, παίζοντας ουσιαστικά στο δίπολο «αριστερά – δεξιά», με στόχο την εκλογική ανάκαμψη. Τμήμα του «εκσυγχρονιστικού» ΠΑΣΟΚ ασκεί κριτική στην πολιτική της ηγεσίας, προκρίνοντας την ανάγκη ανασυγκρότησης του «κεντρώου», «μεσαίου», «ευρωπαϊκού χώρου», στον οποίο περιλαμβάνει και τμήμα της ΝΔ.
Αντίστοιχα προβλήματα αντιμετωπίζει και το Ποτάμι. Η εκλογή του Κ. Μητσοτάκη στην προεδρία της ΝΔ χαιρετίστηκε από ένα τμήμα στελεχών του, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο της σύμπραξης μαζί της, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση άλλων. Οι πρόσφατες εργασίες του Συνεδρίου του επιβεβαιώνουν την πορεία αυτού του κόμματος, ως πρόθυμου στηρίγματος αντιλαϊκών αστικών κυβερνήσεων ευρύτερης συνεργασίας.
Στην όλη διεργασία, ρόλο παίζει ο πρόεδρος της Ενωσης Κεντρώων, ο οποίος σιγοντάρεται από ορισμένα αστικά επιτελεία και ΜΜΕ, με στόχο να προβάλλει απροκάλυπτα θέσεις, που, με επιφυλάξεις, συζητιούνται και στα άλλα αστικά κόμματα. Προβάλλει το στόχο της οικουμενικής κυβέρνησης, προπαγανδίζει τα πιο αντιδραστικά μέτρα και την προώθηση των αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων, ενώ επιδίδεται σε ένα συστηματικό αντικομμουνισμό. Σε πολλά σημεία θυμίζει το ρόλο που έπαιζαν ο Καρατζαφέρης και ο ΛΑ.Ο.Σ. πριν από μερικά χρόνια.
Ολα τα παραπάνω συνηγορούν στην εκτίμηση ότι το στοιχείο της σχετικής κυβερνητικής αστάθειας και της ρευστότητας στο αστικό πολιτικό σύστημα δεν θα εκλείψει άμεσα και εύκολα.
Στη διαδικασία αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος στοχεύουν και άλλες παρεμβάσεις, όπως για αλλαγή του εκλογικού νόμου με κυβερνητική πρωτοβουλία και κύρια στόχευση τη μείωση του μπόνους εδρών στο πρώτο κόμμα ή και την πριμοδότηση και του δεύτερου, το σπάσιμο των εκλογικών περιφερειών.
Τα αστικά επιτελεία προτιμούν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ να «κλείσει» την «αξιολόγηση», να ολοκληρώσει το πακέτο αναδιαρθρώσεων, αλλά ταυτόχρονα προετοιμάζονται και για άλλα πολιτικά ενδεχόμενα, όπως εκλογές ή νέα κυβέρνηση ευρύτερης κομματικής αποδοχής από την παρούσα Βουλή.
Μπροστά σε αυτά τα ενδεχόμενα εξελίξεων, το ΚΚΕ θα εντείνει την ιδεολογική, πολιτική, οργανωτική του ετοιμότητα και δράση. Το ΚΚΕ θα προβάλει ακόμα πιο πλατιά και εύστοχα τις θέσεις και τις προτάσεις του και πάνω απ’ όλα θα κατευθύνει τη δράση του, ώστε να ενισχύονται η συσπείρωση και η πάλη των δυνάμεων που έχουν συμφέρον για την οριστική ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής, για ριζικές αλλαγές σε όφελος του λαού.
6.Το ΚΚΕ καλεί το εργατικό και λαϊκό κίνημα, τους νέους και τις νέες των λαϊκών δυνάμεων σε επαγρύπνηση και αγωνιστική αντιμονοπωλιακή – αντικαπιταλιστική δράση. Ο ταξικός αντίπαλος δεν είναι τόσο ισχυρός όσο εμφανίζεται, αλλά και ο εργατικός – λαϊκός παράγοντας έχει ευθύνη να μην εγκλωβίζεται σε ψεύτικα διλήμματα, σε «αριστερές» ή «εθνικιστικές» παγίδες, προς όφελος της καπιταλιστικής κερδοφορίας και εξουσίας.
Το επόμενο διάστημα απαιτείται αναλυτικότερη συζήτηση και εκτίμηση αρκετών πλευρών των σημερινών αγώνων, της προώθησης της πολιτικής του ΚΚΕ μέσα σε ευρύτερες λαϊκές μάζες.
Οι κινητοποιήσεις (πανεργατικές απεργίες, συλλαλητήρια, μπλόκα της μικρομεσαίας αγροτιάς, κινητοποιήσεις των αυτοαπασχολούμενων ΕΒΕ, πολλών κλάδων επιστημόνων κ.λπ.) δίνουν αρκετά νέα στοιχεία, εμπλουτίζουν την πείρα των κομμουνιστών στην πάλη, σε συνδυασμό με την ανάγκη πολιτικοποίησης του περιεχομένου και του πλαισίου των αιτημάτων, τη συσπείρωση και οργάνωση δυνάμεων, τις μορφές πάλης, τη διαπάλη για τα αιτήματα, σε μια περίοδο μάλιστα κατά την οποία συμμετέχουν μαζικά στις κινητοποιήσεις πολλά ανώτερα μεσοστρώματα.
Οι δράσεις αυτές και η δουλειά που έγινε από τις Κομματικές Οργανώσεις δίνουν στοιχεία πολύτιμα και για την προώθηση της ανασύνταξης του εργατικού – λαϊκού κινήματος, τη λαϊκή συμμαχία, τη διεύρυνση των υπαρχουσών συσπειρώσεων μέσα στο κίνημα.
Στις κινητοποιήσεις αυτές, οι άλλες αστικές δυνάμεις που στήριξαν την ψήφιση του 3ου μνημονίου, και πρώτα απ’ όλα η ΝΔ ως αξιωματική αντιπολίτευση, ενώ στην ουσία συμφωνούν με την πολιτική της κυβέρνησης, δεν υποστηρίζουν με ανοιχτό τρόπο τα προτεινόμενα μέτρα της, θεωρώντας ότι υπάρχουν και άλλες εναλλακτικές – στην ουσία αντιλαϊκές επίσης – ρυθμίσεις γι’ αυτά. Π.χ. στους αγρότες προκρίνουν την πιο αυστηρή διαφοροποίηση μεταξύ τού κατά κύριο επάγγελμα αγρότη και μη. Γενικά, εμφανίζονται ως υπερασπιστές των ανώτερων μεσαίων στρωμάτων που πλήττονται από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Είναι ζήτημα που δυσκολεύει και σπέρνει σύγχυση σε τμήματα του λαού, που δεν μπορούν ακόμα να διακρίνουν αυτές τις διαφορές και τις προπαγανδιστικές σκοπιμότητες των άλλων κομμάτων.
Η ΝΔ, αλλά και δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, που είτε είχαν μετακινηθεί προς τον ΣΥΡΙΖΑ είτε όχι, οδηγήθηκαν σε αντίδραση κατά του κυβερνητικού ασφαλιστικού σχεδίου (π.χ. στο ΤΕΕ, στο Δικηγορικό Σύλλογο, στη ΓΣΕΒΕΕ και αλλού). Η καλή παρακολούθηση στην εξέλιξη της προώθησης των θέσεων των αστικών κομμάτων μέσα στο μαζικό κίνημα είναι απαραίτητη, ώστε να διευκολύνονται η αποκάλυψη του ρόλου τους και το τράβηγμα μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων, των εργαζομένων με μπλοκάκι κ.λπ., από την επιρροή αστικών δυνάμεων στο χώρο των επιστημόνων.
Αστικές πολιτικές δυνάμεις, όπως το ΠΑΣΟΚ – Δημοκρατική Συμπαράταξη, αλλά και η Χρυσή Αυγή, δραστηριοποιήθηκαν στις λαϊκές κινητοποιήσεις με διάφορες μορφές, φυσικά έξω και σε αντίθεση με το ταξικά προσανατολισμένο κίνημα.
Ιδιαίτερα επικίνδυνη είναι η παρέμβαση της ναζιστικής Χρυσής Αυγής στους αγρότες, αρκετές φορές κρύβοντας ακόμα και την πραγματική πολιτική της ταυτότητα, προκειμένου να επηρεάσει, να εξαπατήσει ευκολότερα δυνάμεις που εκλογικά ακολούθησαν τη ΝΔ. Το κάλπικο σύνθημα της Χρυσής Αυγής για την «εθνική παραγωγή» και την «προτεραιότητα της πρωτογενούς παραγωγής» – για να κολακέψει και να προσεταιριστεί τους αγρότες – κρύβει ότι οι παραγωγικές δυνατότητες της χώρας καταστρέφονται εξαιτίας πρώτ’ απ’ όλα της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και της αδύναμης και ανισόμετρης θέσης της Ελλάδας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η Χρυσή Αυγή ουσιαστικά δεν απορρίπτει την ΕΕ, αλλά επιζητεί «βελτίωση» της θέσης του ελληνικού κεφαλαίου σε αυτήν. Καλλιεργεί το μίσος προς τους άλλους λαούς, τα θύματα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, των ιμπεριαλιστικών πολέμων, τους πρόσφυγες και μετανάστες, αξιοποιώντας τις συνέπειες από τη διογκούμενη εισροή και τον εγκλωβισμό προσφύγων στη χώρα.
7.Σήμερα έχει συγκεντρωθεί πλούσια θετική πείρα από τη δουλειά μας με λαϊκές δυνάμεις που βρίσκονται σε κίνηση, στο εργατικό κίνημα, στο αγροτικό κίνημα, στους αυτοαπασχολούμενους και άλλα λαϊκά στρώματα, που δε συμφωνούν σε όλα μαζί μας, αλλά αναγνωρίζουν τη μαχητικότητα, την οργανωτικότητα, τη σοβαρότητα, τη σταθερότητα και συνέπεια του Κόμματος στην πάλη υπέρ των λαϊκών συμφερόντων.
Συνολικά έχει ανέβει το κύρος του Κόμματος και αυτό πρέπει να αποκρυσταλλωθεί σε βάθος, να διαμορφώνονται στέρεοι ιδεολογικοί και οργανωτικοί δεσμοί. Εξακολουθεί στην αντίληψη ευρύτερων λαϊκών δυνάμεων, που συμμετέχουν στους αγώνες ή προσεγγίζουν το Κόμμα, να υπερισχύει κυρίως, μόνο η αναγκαιότητα της εκλογικής ενίσχυσής του και όχι η στήριξη του συνόλου της πολιτικής του πρότασης, η αναγκαιότητα συμμετοχής στον ταξικό αγώνα όλων και η οικοδόμηση της μεγάλης Λαϊκής Συμμαχίας, που θα στοχεύει το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα και τα μονοπώλια.
Από αυτήν τη σκοπιά πρέπει να δυναμώσει με μεγαλύτερη επιμονή και βάθος η ολόπλευρη και πολύμορφη ιδεολογική, πολιτική, οργανωτική δουλειά με όλους και όλες στους τόπους δουλειάς, στις σχολές και τα σχολειά, στις λαϊκές γειτονιές, στις πόλεις και τα χωριά της πατρίδας μας, με άξονα την πολιτική πρόταση διεξόδου από την καπιταλιστική κρίση, με το λαό πρωταγωνιστή των εξελίξεων, για την εργατική – λαϊκή εξουσία, που θα καταργήσει τις σχέσεις εκμετάλλευσης, θα οργανώσει και θα διευθύνει την παραγωγή, την οικονομία, τις κοινωνικές υπηρεσίες, τις σχέσεις με τις άλλες χώρες προς όφελος της λαϊκής ευημερίας.

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΚΚΕ
Φλεβάρης 2016