Γράφει ο Ceteris Paribus

Δεν μπορούν όλες οι χώρες να συμμετάσχουν με τους ίδιους ρυθμούς στη διαδικασία της ενοποίησης, δήλωσε στο περιθώριο των εργασιών της πρόσφατης, άτυπης ευρωπαϊκής συνόδου κορυφής στη Μάλτα η κ. Άνγκελα Μέρκελ. Ήταν η πρώτη επίσημη δήλωση υπέρ της Ευρώπης των τουλάχιστον δύο ή και πολλών «ταχυτήτων», από τα χείλη της πολιτικού που εκπροσωπεί την ηγετική αυτή τη στιγμή ευρωπαϊκή δύναμη. Τα σχετικά ρεπορτάζ των διεθνών μίντια προεξοφλούσαν μάλιστα και συνέχεια, πιθανόν με κάποιου είδους «επίσημη» δήλωση (!) ύστερα από την ευρωπαϊκή σύνοδο κορυφής στη Ρώμη, τον επόμενο μήνα, στην επέτειο των 60 χρόνων από την υπογραφή των Συνθηκών της Ρώμης, που θεωρούνται η επίσημη πράξη γέννησης της σημερινής Ε.Ε.

Παρότι μας φαίνεται δύσκολο να φανταστούμε το περιεχόμενο μιας «επίσημης» δήλωσης που θα διασπά την Ε.Ε. ή και την Ευρωζώνη σε «ταχύτητες», το σίγουρο είναι ότι η κατεύθυνση προς την Ευρώπη (Ε.Ε., αλλά και Ευρωζώνη) των πολλών «ταχυτήτων» έχει αναδειχτεί επισήμως σε πολιτική κατεύθυνση από τα πλέον αρμόδια χείλη! Βεβαίως, στην Ελλάδα του επικοινωνιακού και πολιτικού αυτισμού, μια τέτοια είδηση ούτε αξιολογήθηκε όπως της αξίζει ούτε συνδέθηκε ευθέως με τη θέση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη και την Ε.Ε. Κι όμως, αν βαδίζουμε στην Ευρωζώνη και την Ε.Ε. των πολλών «ταχυτήτων», η Ελλάδα είναι «αυτονόητα» η πρώτη υποψήφια για να συμμετάσχει στη δεύτερη ταχύτητα!

Το Εκτελεστικό Συμβούλιο του ΔΝΤ

Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, τώρα, η χθεσινή σύνοδος της Εκτελεστικού Συμβουλίου του ΔΝΤ έβγαλε ειδήσεις καθόλου ευχάριστες: το Ταμείο απεφάνθη ότι το χρέος είναι «εξαιρετικά μη βιώσιμο», ότι χρειάζονται μέτρα «διεύρυνσης της φορολογικής βάσης» (δηλαδή μείωση αφορολόγητου), μείωσης των δαπανών για τις συντάξεις (δηλαδή μείωση συντάξεων) και επέκτασης των διαρθρωτικών αλλαγών στην αγορά εργασίας (ευφημισμός της απαίτησης για απελευθέρωση ορίου απολύσεων). Επιπλέον εκτίμησε ότι πρέπει να επιταχυνθεί η διαδικασία διαχείρισης των «κόκκινων» δανείων ώστε οι τράπεζες να μην χρειαστούν νέα κεφαλαιακή ενίσχυση.

Υπ’ αυτούς τους όρους, το Ταμείο διατύπωσε την επιθυμία του να παραμείνει στο ελληνικό πρόγραμμα. Έτσι, το «μπαλάκι» επέστρεψε στην Αθήνα (που καλείται να πάρει οριστική απόφαση για τη λήψη νέων μέτρων), στις Βρυξέλλες (που καλούνται να αποφασίσουν αν θα πιέσουν την Ελλάδα να δεχθεί όλους τους όρους του ΔΝΤ ή θα πιέσουν το Βερολίνο για ένα πιο… ελαφρύ πρόγραμμα υπό τον ESM) και το Βερολίνο (που αυτή ακριβώς την «μπαλιά» ανέμενε από το ΔΝΤ, ώστε να νομιμοποιηθούν οι σκληρές του απαιτήσεις προς την Ελλάδα).

Στην ανακοίνωση του ΔΝΤ γίνεται λόγος αόριστα για διαφωνίες εκτελεστικών συμβούλων, αλλά μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν είχε γνωστό αν σε αυτές περιλαμβάνεται και ο νέος εκπρόσωπος των ΗΠΑ, η τοποθέτηση του οποίου έχει βαρύνουσα αν όχι καταλυτική σημασία…

Υπάρχει και μια ευχάριστη νότα στην ανακοίνωση του ΔΝΤ: η τοποθέτηση υπέρ της ελάφρυνσης του χρέους, υπέρ πλεονασμάτων στο ύψος του 1,5% και υπέρ της εξασφάλισης πόρων -μέσω των νέων μέτρων- για την αντιμετώπιση της ανεργίας και πασχουσών κοινωνικών ομάδων. Ωστόσο, αυτά τα «δώρα» η ελληνική κυβέρνηση τα αποποιήθηκε, συντασσόμενη με τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο. Έχει πάντως τώρα, ίσως την τελευταία ευκαιρία να το ξανασκεφτεί

Δεύτερη ευρωπαϊκή «ταχύτητα»;

Ξαναγυρνώντας στο θέμα μας ύστερα από αυτή την αναγκαία παρέκβαση, τι θα μπορούσε να σημαίνει η δημιουργία μιας δεύτερης ευρωπαϊκής ταχύτητας; Το ερώτημα ίσως δεν είναι τόσο θεωρητικό όσο θέλουν να πιστεύουν κάποιοι… Και ο χρόνος για να δοθούν οι απαντήσεις ίσως δεν είναι τόσο μακρινός…

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Τι οδηγεί στη «λύση» της Ευρώπης των δύο ή πολλών ταχυτήτων; Ο συνδυασμός δύο γεγονότων: Πρώτον, η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, που ενισχύει καταλυτικά τις δυνάμεις αποσύνθεσης της «παγκοσμιοποίησης», δεύτερον, η μετατροπή της οικονομικής κρίσης σε πολιτική, διεθνώς αλλά κατεξοχήν στην Ευρώπη, που σε συνδυασμό με την πολιτική Τραμπ, απειλούν την Ε.Ε. και την Ευρωζώνη με κατάρρευση. Ενόψει αυτιού του κινδύνου, οι λύσεις είναι δύο: είτε επιτάχυνση της ενοποίησης είτε μοιρολατρική παραίτηση στη «μοίρα» της αποσύνθεσης μέχρι και την οριστική διάλυση. Οι δηλώσεις Μέρκελ δείχνουν ότι η επιλογή είναι η πρώτη.

Είναι φυσικό η γερμανική επιλογή να είναι αυτή. Αν η Γερμανία θέλει να μην καθηλωθεί στη θέση μιας ηπειρωτικής ευρωπαϊκής δύναμης που θα αγωνίζεται για να κρατήσει μεσοπρόθεσμα τη θέση της στο κλαμπ των G-7, αλλά φιλοδοξεί να έχει αναβαθμισμένο διεθνή ρόλο, τότε μόνο με έναν τρόπο μπορεί να τον διεκδικήσει: με το να ηγηθεί ενός δεύτερου σταδίου της ευρωπαϊκής ενοποίησης, με τη «φυγή προς τα μπρος» ενός σκληρού πυρήνα, μιας πρώτης «ταχύτητας» χωρών που αντέχουν μια τέτοια «φυγή προς τα μπρος».

Για να συμφωνήσει όμως η Γερμανία σε μια τέτοια προοπτική, θα πρέπει να γίνει δεκτή η θεμελιώδης απαίτηση που θέτει: η εμβάθυνση της ενοποίησης δεν μπορεί να κουβαλάει «σαπάκια». Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: α. Αυτοί που δεν αντέχουν, θα πρέπει να μείνουν πίσω, σε μια δεύτερη ταχύτητα. β. Η «κοινότητα» όσων θα είναι στην πρώτη «ταχύτητα» θα πρέπει να αποκαθαρθεί από διαρθρωτικά προβλήματα, θα πρέπει να στηρίζεται στα πλεονεκτήματα των χωρών που θα συμμετάσχουν και όχι στην «αλληλεγγύη», δηλαδή στην επιδότηση των αδυναμιών τους. Η Γερμανία, με όσα κάνει και με όσα αρνείται να κάνει και με εξαιρετική συνέπεια, απαιτεί από τους υποψήφιους εταίρους την αποδοχή των δύο αυτών προϋποθέσεων.

Στο βαθμό που η κ. Μέρκελ έδωσε δημοσίως, στο περιθώριο συνόδου κορυφής, το «πράσινο φως» για την Ευρώπη των δύο ή και πολλών «ταχυτήτων», πρέπει να υποθέσουμε ότι οι υποψήφιοι εταίροι της στην πρώτη «ταχύτητα» έχουν αποδεχθεί τους όρους της…

Η Ελλάδα ενώπιον «υπαρξιακών» διλημμάτων

Ωστόσο, ένα τέτοιο σχέδιο είναι εξαιρετικά ριψοκίνδυνο και οι αστάθμητοι παράγοντες πολλοί. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι μπορεί να υλοποιηθεί συντεταγμένα και χωρίς πάσης φύσεως αναταράξεις: οικονομικές, πολιτικές, διεθνοπολιτικές. Και οι αναταράξεις απειλούν πολύ περισσότερο τις χώρες που προορίζονται για τη δεύτερη «ταχύτητα».

Για την Ελλάδα, την άρχουσα ελίτ της και το πολιτικό της σύστημα, έρχεται η ώρα της κρίσεως. Ακόμη και αν βρεθεί ο τρόπος ώστε να κλείσει η διαπραγμάτευση για τη δεύτερη αξιολόγηση (πράγμα καθόλου αυτονόητο), η δαμόκλειος σπάθη της υπαγωγής της στη δεύτερη ευρωπαϊκή «ταχύτητα» θα συνεχίσει να επικρέμαται απειλητική πάνω από το κεφάλι της. Και δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η διαδικασία μετάβασης στη δεύτερη «ταχύτητα», ακόμη και αν είναι συναινετική και καθοδηγημένη από το ευρωπαϊκό κέντρο της πρώτης «ταχύτητας», θα ισοδυναμεί με ένα οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό σοκ του οποίου οι διαστάσεις μάλλον δεν έχουν συνειδητοποιηθεί…

Ύστερα από τη σύνοδο του Εκτελεστικού Συμβουλίου του ΔΝΤ, ο κ. Σόιμπλε έχει την ευχέρεια να «καθίσει» πάνω στις απαιτήσεις του για νέα μέτρα και να οδηγήσει την ελληνική κυβέρνηση είτε σε μια ταπεινωτική συνθηκολόγηση είτε στον πειρασμό μιας «ρήξης» υψηλού ρίσκου. Το καλύτερο ως προς τις άμεσες επιπτώσεις του σενάριο είναι η «σαλαμοποίηση» της αξιολόγησης: μια «μικρή» αλλά όχι ανώδυνη συμφωνία τώρα, ώστε να εκταμιευτεί τμήμα των δανειακών δόσεων και να πληρωθούν οι υποχρεώσεις για τα χρεολύσια του Απριλίου και κυρίως του Ιουλίου, ενώ τα μεγάλα «αγκάθια» θα μετατεθούν προς επίλυση στο διάστημα ύστερα από τις γερμανικές εκλογές. Ακόμη και σε αυτό το ενδεχόμενο όμως, η υποβάθμιση της Ελλάδας στη δεύτερη ευρωπαϊκή… κατηγορία όχι μόνο δεν απομακρύνεται αλλά ίσως έρχεται ακόμη πιο κοντά…

Σημειώσεις:

1. Με τις Συνθήκες της Ρώμης του ιδρύθηκαν η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΥΡΑΤΟΜ) και υπεγράφησαν από εκπροσώπους του τότε Δυτικής Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, του Βελγίου, της Ολλανδίας και του Λουξεμβούργου.

2. Το ενδεχόμενο να υπάρξει υπαγωγή στη δεύτερη ευρωπαϊκή «ταχύτητα» πρόωρα, λόγω αδιεξόδου στην αξιολόγηση και κατάρρευσης του τρέχοντος ελληνικού προγράμματος, εννοείται ότι θα είναι εξόχως πιο κρισιακό… Από αυτή την άποψη, η «περίεργη» έφεση κάποιων να εγείρουν ζήτημα επιστροφής στη δραχμή και γενικότερα ο «περίεργος» τρόπος που διεξάγεται αυτή η συζήτηση, εξηγείται από το γεγονός ότι όλοι προτιμούν να φύγει από τη μέση το εμπόδιο της διαπραγμάτευσης για τη δεύτερη αξιολόγηση και ύστερα να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της δεύτερης «ταχύτητας». Με την εξής ωστόσο λεπτομέρεια: ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που παίζει το «κεφάλι» της, έχει λόγους να ενοποιεί τα δύο «στάδια» της συζήτησης…

3. Διακινδυνεύω την εκτίμηση ότι η πολιτική αβεβαιότητα για την εκλογική επίδοση της κ. Μέρκελ (ύστερα από τις τελευταίες δημοσκοπήσεις που δείχνουν «ισοπαλία» μεταξύ αυτής και του υποψηφίου των σοσιαλδημοκρατών κ. Σουλτς) δεν ευνοεί αυτό το σενάριο, αλλά αντίθετα το σενάριο της σκληρής στάσης…