10 Ιανουαρίου 1825  πέθανε ο Ιωάννης Βαρβάκης

ΕΝΑ  ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ ΤΟΥ 1821

«Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι» του Γιάννη Σμαραγδή

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΑΞΕΧΑΣΤΟ ΒΑΣΙΛΗ ΑΣΗΜΟΜΥΤΗ

Του Θανάση Μουσόπουλου

    Τον καιρό της πανδημίας, όπως και άλλοτε έγραψα, χτυπήθηκε ιδιαίτερα ο πολιτισμός. Ζωντανές μουσικές και θεατρικές παραστάσεις σπανίζουν ή ματαιώνονται. Το Διαδίκτυο εν μέρει καλύπτει το κενό αυτό. Θεατρικά και κινηματογραφικά έργα μας συντροφεύουν.

  Μια ωραία πρόσφατη ταινία που χάρηκα είναι το έργο του Γιάννη Σμαραγδή «Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι». Το έργο αναφέρεται στον Ιωάννη Βαρβάκη (24 Ιουνίου 1745 – 10 Ιανουαρίου 1825) και σχετίζεται με τον Αγώνα του 1821.

  Ψάχνοντας σχόλια για την ταινία αυτή συνάντησα ένα πρόσωπο στο οποίο οφείλω πολλά: εννοώ τον Βασίλη Ασημομύτη (1932 – 2012), στον οποίο αφιερώνω το κείμενό μου. Έτσι θα μιλήσω συνοπτικά για τρία πρόσωπα: τον Γιάννη Σμαραγδή, τον Βασίλη Ασημομύτη και τον Ιωάννη Βαρβάκη και στο τέλος θα μιλήσω για την ταινία. Θα κλείσω με μία έκπληξη.

*

   Ο Γιάννης Σμαραγδής (Γωνίες Μαλεβιζίου Ηρακλείου25 Απριλίου 1946) είναι Έλληνας σκηνοθέτης. Σπούδασε σκηνοθεσία στην Ελλάδα και το Παρίσι. Με την πρώτη του ταινία μικρού μήκους «Δύο τρία πράγματα…» (1972) απέσπασε το 1ο βραβείο στην Ελλάδα και διάκριση στο Φεστιβάλ του Μόντρεαλ του Καναδά. Έχει σκηνοθετήσει επιτυχημένες τηλεοπτικές σειρές: «Σιγά η Πατρίδα Κοιμάται…», «Χατζημανουήλ», «Χαίρε Τάσο Καρατάσο», ντοκιμαντέρ και δοκίμια: «Σπύρος Λούης», «Όπερα των Σκιών» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Εκτός από πολλά κρατικά και διεθνή βραβεία, τιμήθηκε στους Δελφούς με το «Βραβείο Σοφίης» από το Πανεπιστήμιο Αθηνών για την ταινία του «El Greco» και στη Ρώμη με το βραβείο «GIUSEPPE SCIACCA 2008» Καλύτερου Σκηνοθέτη στον κόσμο. Σημαντικότερες μεγάλου μήκους ταινίες του: «Καβάφης», «El Greco», «Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι» και «Καζαντζάκης», απέσπασαν πολλά βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ. Έχει διδάξει ΜΜΕ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και σενάριο και σκηνοθεσία σε σχολές κινηματογράφου. Ως συγγραφέας έχει εκδώσει τα βιβλία Γεωγραφία του μη ορατού (1995), Καβάφης – λογοτεχνική μορφή του σεναρίου Καβάφης (1996) και το διήγημα Η ελαφίνα της πλατείας Χαλανδρίου (2006).

*

  Ο Βασίλης Ασημομύτης γεννήθηκε το 1932 στην Αθήνα και πέθανε το 2012. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο Αθηνών Φιλολογία, θεολογία και ιστορία-αρχαιολογία. Έλαβε διδακτορικό δίπλωμα στη βυζαντινή αρχαιολογία και τέχνη στη Θεολογική Σχολή (1976) με υποτροφία του ΙΚΥ, μετεκπαιδεύτηκε στο Ινστιτούτο Μωσαϊκού της Ραββένας και διδάχθηκε τη βυζαντινή αγιογραφία από τον Φώτη Κόντογλου. Δίδαξε ως καθηγητής επί 36 χρόνια σε σχολεία, μεταξύ αυτών και στη Βαρβάκειο Πρότυπο Σχολή, καθώς και στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης, στη ΣΕΛΜΕ και στα ΠΕΚ. Συνέγραψε πολλά ιστορικά και λαογραφικά βιβλία και μελέτες, όπως “Ιστορία και λαογραφία Σαμμακοβίου, Σαράντα Εκκλησιών και των πέριξ κοινοτήτων Ανατολικής Θράκης”(Θρακικά 32-33[1960-61]), Αι παραστάσεις του Δωδεκαόρτου εις την Βυζαντινήν τέχνην(1976), Το μοναστήρι της Γόλας Ταϋγέτου Λακωνίας(1991), Η αισθητική αγωγή στο σχολείο, Το θέατρο και το σχολικό του κοινό (1991). Μετέφρασε το έργο του Όλιβερ Τάπλιν Η αρχαία ελληνική τραγωδία σε σκηνική παρουσίαση(1988).

  Ο Βασίλης Ασημομύτης δίδαξε στην Εκκλησιαστική Σχολή Ξάνθης, πριν από τη δικτατορία,  ασχολήθηκε με τον πολιτισμό, ήταν από τους οργανωτές και εμπνευστές των πρώτων Θρακικών Λαογραφικών Εορτών, ενώ κάποια κείμενά του βρίσκονται στα «Θρακικά Χρονικά». Θα επανέλθω στον αγαπητό μου δάσκαλο Βασίλη Ασημομύτη σε άλλο κείμενο, τώρα περιορίζομαι σε δύο έργα του για τον Βαρβάκη.

  Το πρώτο βιβλίο τιτλοφορείται «Ιωάννης Βαρβάκης ο Πατριώτης», και το δεύτερο «Ιωάννης Βαρβάκης», και τα δύο από τις εκδόσεις Κάκτος. Στον πρόλογο ο Οδυσσέας Χατζόπουλος γράφει: «Το βιβλίο, πέρα από αναφορά στον Ιωάννη Βαρβάκη, είναι ουσιαστική συμβολή στη μελέτη μιας ολόκληρης περιόδου της ιστορίας μας. Ελπίζω ο ερευνητικός και συγγραφικός μόχθος του δημιουργού του να βρίσκει, με την παρούσα έκδοση, ένα μέρος της δικαίωσης που του αξίζει, και το παράδειγμα που προβάλλει μέσα από τις σελίδες που ακολουθούν να επηρεάσει εποικοδομητικά τις συνειδήσεις».

  Ο Β. Ασημομύτης στα βιβλία του: «Με βάση -νέες- ρωσικές αλλά και -παλαιές και διόλου ευκαταφρόνητες- ελληνικές μαρτυρίες και πηγές τολμούμε να προχωρήσουμε στην εξιστόρηση των γεγονότων που αναφέρονται στο βίο και την πολιτεία του ευγενέστατου, κατά κυριολεξίαν, αυτού ανθρώπου, του Ιωάννη Βαρβάκη, του μεγάλου εθνικού αγωνιστή και ευεργέτη, του οποίου ο υπερβολικός υλικός πλούτος δεν κατόρθωσε να νικήσει τον απέραντο πλούτο της ψυχής του “Έλληνα από το νησί Ψαρά”».

*

     Θα συνεχίσουμε με τον  Ιωάννη Βαρβάκη που γεννήθηκε στα Ψαρά στις 24 Ιουνίου 1745 και ήταν γιος του Ανδρέα Λεοντίδη και της Μαρίας Μάρου. Σε ηλικία 17 ετών ήταν ήδη ένας έμπειρος ναυτικός με δικό του πλοίο («Άγιος Ανδρέας»). Ξόδεψε όλη του την περιουσία για να το μετατρέψει σε πολεμικό και το 1768 το ενέταξε στη δύναμη του ρωσικού ναυτικού, που μαχόταν τους Οθωμανούς (Ρωσοτουρκικός Πόλεμος 1768-1774). Επέδειξε ιδιαίτερες οργανωτικές και πολεμικές ικανότητες κατά τη Ναυμαχία του Τσεσμέ (5 – 7 Ιουλίου 1770), με αποτέλεσμα οι συναγωνιστές του να του κολλήσουν το παρατσούκλι Βαρβάκης (από το αρπακτικό πουλί βαρβάκι). Του άρεσε και το χρησιμοποίησε ως επίθετο για το υπόλοιπο της ζωής του.

Μετά την υπογραφή της ταπεινωτικής για τους Οθωμανούς, Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (21 Ιουλίου 1774), ο Βαρβάκης βρέθηκε άφραγκος, αφού το καράβι του κατασχέθηκε από τις τουρκικές αρχές, όταν επεχείρησε να το πουλήσει στην Κωνσταντινούπολη. Σκέφθηκε να μεταβεί στη Ρωσία και να ζητήσει ακρόαση από την Αικατερίνη τη Μεγάλη. Η συνάντηση κλείστηκε στην Αγία Πετρούπολη με τη μεσολάβηση του στρατάρχη Ποτέμκιν, εραστή της τσαρίνας.

Η Αικατερίνη προς μεγάλη του έκπληξη φάνηκε γενναιόδωρη μαζί του. Για τις υπηρεσίες του προς τη Ρωσία, τον ονόμασε ανθυποπλοίαρχο του ρωσικού πολεμικού ναυτικού, του έδωσε προνομιακή άδεια αλιείας στην Κασπία Θάλασσα και 1.000 χρυσά ρούβλια. Ο Ιβάν Αντρέγεβιτς Βαρβάτσι ήταν τώρα ρώσος πολίτης.

Με τα χρήματα της τσαρίνας και την άδεια αλιείας, εγκαταστάθηκε στο Αστραχάν. Μέσα σε λίγα χρόνια έγινε πάμπλουτος από την αλιεία οξύρρυγχου και το εμπόριο του χαβιαριού. Μεγάλο μέρος της περιουσίας του το διέθεσε για κοινωφελή έργα στην περιοχή (γέφυρες, νοσοκομείο, διώρυγα κλπ). Το 1812 μετακόμισε πιο δυτικά και συγκεκριμένα στην πόλη Ταγκαρόγκ (Ταϊγάνι), όπου ανθούσε μια μεγάλη ελληνική κοινότητα. Διέθεσε 600.000 ρούβλια για την ανέγερση ενός επιβλητικού μοναστηριού, όπου εψάλη η νεκρώσιμος ακολουθία για τον τσάρο Αλέξανδρο Α’.

  Να σημειώσουμε ότι ο Ιωάννης Βαρβάκης προσέφερε πάρα πολλά στον Αγώνα πριν και κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Βοήθησε με πάρα πολλούς τρόπους τις ελληνικές κοινότητες στη Ρωσία.  Με έξοδα δικά του εξόπλισε τους ομογενείς που πολεμούσαν με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Επίσης μέσω του Πατριαρχείου κατάφερε να εξαγοράσει πάρα πολλούς Έλληνες αιχμαλώτους. Ο Βαρβάκης πάνω απ’ όλα βοήθησε τον αγώνα των Ψαριανών, των συμπατριωτών του. Μετά την καταστροφή των Ψαρών επανήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο, όπου πέθανε στις 10 Ιανουαρίου 1825. Δύο μέρες νωρίτερα, με τη διαθήκη του κληροδότησε το μεγαλύτερο μέρος για την ανέγερση Λυκείου («Βαρβάκειο»), κλειστής αγοράς («Βαρβάκειος Αγορά»), για τη συντήρηση άπορων οικογενειών και την εξαγορά αιχμαλώτων. [κύρια πηγή: Σαν Σήμερα]

*

  Φτάσαμε στην κινηματογραφική ταινία του Γιάννη Σμαραγδή «Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι»: Πρόκειται για την ιστορία του Ιωάννη Βαρβάκη, ενός πειρατή που γίνεται ζάμπλουτος έμπορος χαβιαριού και δεν σταματά να αγωνίζεται ενάντια σε κάθε εμπόδιο για την απόκτηση χρήματος, εξουσίας και πολιτικής επιρροής, για να χαρίσει στο τέλος όλα του τα υπάρχοντα στο όνομα της αγάπης. Η επική αυτή ιστορία βασίζεται στην πραγματική ζωή του Ιωάννη Βαρβάκη και ξεκινά από τα Ψαρά του Αιγαίου Πελάγους, φτάνει στην αυλή της Μεγάλης Αικατερίνης στη Ρωσία, απλώνεται στις ακτές της Κασπίας Θάλασσας για να καταλήξει στη διχασμένη από εμφύλιες διαμάχες Ελλάδα, κατά την Επανάσταση του 1821.

  Όσον αφορά  τη σχέση της ταινίας με το 1821, θα λέγαμε ότι βασική συνεισφορά της είναι ότι εξετάζει τον ρόλο του  εξωτερικού παράγοντα (Ρωσία και Αγγλία). Βλέπουμε όμως και σκηνές από την εσωτερική κατάσταση της επαναστατημένης Ελλάδας. Παρόλο που η ταινία είναι αγγλόφωνη, ιδιαίτερα χαρακτηριστική  είναι η παρεμβολή ελληνικών φράσεων. Με εντυπωσίασε η παρουσία των μικρών ελληνόπουλων και η ενημέρωσή τους για τα τεκταινόμενα.

  Τα σχόλιά μου περιορίζονται στο περιεχόμενο της ταινίας. Οι ηθοποιοί που παίζουν – άντρες και γυναίκες, ξένοι και έλληνες – είναι θαυμάσιοι. Ξεχωρίζω τον Σεμπάστιαν Κοχ και την Κατρίν Ντενέβ.

*

  Υποσχέθηκα μια «έκπληξη», που την αγνοούσα: η σχέση του Βαρβάκη με τον Διονύσιο Σολωμό.

  Σε κείμενο της  Εύης Ρούτουλα διαβάζουμε: «Οι επιφανείς Ζακύνθιοι φίλοι του Βαρβάκη, τον φέρνουν σε επαφή με τον νεαρό και ταλαντούχο ποιητή Διονύσιο Σολωμό. Ο Βαρβάκης γνώριζε τον Σολωμό από το ποίημα « Ύμνος στην Ελευθερία» και ο Σολωμός γνώριζε για το ποιόν του Βαρβάκη- που είχε τιμηθεί από τρεις Τσάρους στην Ρωσία- από τα γραφόμενα του Λόγιου Ερμή. Οι Ζακύνθιοι παρακαλούν τον Βαρβάκη να διηγηθεί τα κατορθώματά του στα Ορλωφικά και την ζωή του στη Ρωσία. Αυτός όμως στενοχωρημένος για την καταστροφή του νησιού του, μιλάει συνεχώς για τα Ψαρά, για την περιοχή Μαύρη Ράχη, για τον άνυδρο και άγονο τόπο του και τα βάσανα και τις συμφορές των συμπατριωτών του. Ο Σολωμός συγκινείται από την λύπη του ηλικιωμένου άντρα, συγκλονίζεται από τις κτηνωδίες των Οθωμανών, καταφέρνει να δει εικόνες μέσα από τα λεγόμενα του Βαρβάκη και αποφασίζει να γράψει το γνωστό ποίημα: Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη. Χωρίς να το γνωρίζει ο Βαρβάκης, άθελά του, εμπνέει».

*

  Ευχαριστώ όσους / όσες με βοήθησαν να «διαβάσω» την ταινία του Γιάννη Σμαραγδή.

  Συμπτώσεις: 10 Ιανουαρίου 1825 πεθαίνει ο Ιωάννης Βαρβάκης. Το 2022 δέκα  χρόνια συμπληρώθηκαν από την παραγωγή της ταινίας και δέκα χρόνια από τη φυγή του Βασίλη Ασημομύτη…

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΑΞΕΧΑΣΤΟ ΒΑΣΙΛΗ ΑΣΗΜΟΜΥΤΗ

Του Θανάση Μουσόπουλου

    Τον καιρό της πανδημίας, όπως και άλλοτε έγραψα, χτυπήθηκε ιδιαίτερα ο πολιτισμός. Ζωντανές μουσικές και θεατρικές παραστάσεις σπανίζουν ή ματαιώνονται. Το Διαδίκτυο εν μέρει καλύπτει το κενό αυτό. Θεατρικά και κινηματογραφικά έργα μας συντροφεύουν.

  Μια ωραία πρόσφατη ταινία που χάρηκα είναι το έργο του Γιάννη Σμαραγδή «Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι». Το έργο αναφέρεται στον Ιωάννη Βαρβάκη (24 Ιουνίου 1745 – 10 Ιανουαρίου 1825) και σχετίζεται με τον Αγώνα του 1821.

  Ψάχνοντας σχόλια για την ταινία αυτή συνάντησα ένα πρόσωπο στο οποίο οφείλω πολλά: εννοώ τον Βασίλη Ασημομύτη (1932 – 2012), στον οποίο αφιερώνω το κείμενό μου. Έτσι θα μιλήσω συνοπτικά για τρία πρόσωπα: τον Γιάννη Σμαραγδή, τον Βασίλη Ασημομύτη και τον Ιωάννη Βαρβάκη και στο τέλος θα μιλήσω για την ταινία. Θα κλείσω με μία έκπληξη.

*

   Ο Γιάννης Σμαραγδής (Γωνίες Μαλεβιζίου Ηρακλείου25 Απριλίου 1946) είναι Έλληνας σκηνοθέτης. Σπούδασε σκηνοθεσία στην Ελλάδα και το Παρίσι. Με την πρώτη του ταινία μικρού μήκους «Δύο τρία πράγματα…» (1972) απέσπασε το 1ο βραβείο στην Ελλάδα και διάκριση στο Φεστιβάλ του Μόντρεαλ του Καναδά. Έχει σκηνοθετήσει επιτυχημένες τηλεοπτικές σειρές: «Σιγά η Πατρίδα Κοιμάται…», «Χατζημανουήλ», «Χαίρε Τάσο Καρατάσο», ντοκιμαντέρ και δοκίμια: «Σπύρος Λούης», «Όπερα των Σκιών» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Εκτός από πολλά κρατικά και διεθνή βραβεία, τιμήθηκε στους Δελφούς με το «Βραβείο Σοφίης» από το Πανεπιστήμιο Αθηνών για την ταινία του «El Greco» και στη Ρώμη με το βραβείο «GIUSEPPE SCIACCA 2008» Καλύτερου Σκηνοθέτη στον κόσμο. Σημαντικότερες μεγάλου μήκους ταινίες του: «Καβάφης», «El Greco», «Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι» και «Καζαντζάκης», απέσπασαν πολλά βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ. Έχει διδάξει ΜΜΕ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και σενάριο και σκηνοθεσία σε σχολές κινηματογράφου. Ως συγγραφέας έχει εκδώσει τα βιβλία Γεωγραφία του μη ορατού (1995), Καβάφης – λογοτεχνική μορφή του σεναρίου Καβάφης (1996) και το διήγημα Η ελαφίνα της πλατείας Χαλανδρίου (2006).

*

  Ο Βασίλης Ασημομύτης γεννήθηκε το 1932 στην Αθήνα και πέθανε το 2012. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο Αθηνών Φιλολογία, θεολογία και ιστορία-αρχαιολογία. Έλαβε διδακτορικό δίπλωμα στη βυζαντινή αρχαιολογία και τέχνη στη Θεολογική Σχολή (1976) με υποτροφία του ΙΚΥ, μετεκπαιδεύτηκε στο Ινστιτούτο Μωσαϊκού της Ραββένας και διδάχθηκε τη βυζαντινή αγιογραφία από τον Φώτη Κόντογλου. Δίδαξε ως καθηγητής επί 36 χρόνια σε σχολεία, μεταξύ αυτών και στη Βαρβάκειο Πρότυπο Σχολή, καθώς και στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης, στη ΣΕΛΜΕ και στα ΠΕΚ. Συνέγραψε πολλά ιστορικά και λαογραφικά βιβλία και μελέτες, όπως “Ιστορία και λαογραφία Σαμμακοβίου, Σαράντα Εκκλησιών και των πέριξ κοινοτήτων Ανατολικής Θράκης”(Θρακικά 32-33[1960-61]), Αι παραστάσεις του Δωδεκαόρτου εις την Βυζαντινήν τέχνην(1976), Το μοναστήρι της Γόλας Ταϋγέτου Λακωνίας(1991), Η αισθητική αγωγή στο σχολείο, Το θέατρο και το σχολικό του κοινό (1991). Μετέφρασε το έργο του Όλιβερ Τάπλιν Η αρχαία ελληνική τραγωδία σε σκηνική παρουσίαση(1988).

  Ο Βασίλης Ασημομύτης δίδαξε στην Εκκλησιαστική Σχολή Ξάνθης, πριν από τη δικτατορία,  ασχολήθηκε με τον πολιτισμό, ήταν από τους οργανωτές και εμπνευστές των πρώτων Θρακικών Λαογραφικών Εορτών, ενώ κάποια κείμενά του βρίσκονται στα «Θρακικά Χρονικά». Θα επανέλθω στον αγαπητό μου δάσκαλο Βασίλη Ασημομύτη σε άλλο κείμενο, τώρα περιορίζομαι σε δύο έργα του για τον Βαρβάκη.

  Το πρώτο βιβλίο τιτλοφορείται «Ιωάννης Βαρβάκης ο Πατριώτης», και το δεύτερο «Ιωάννης Βαρβάκης», και τα δύο από τις εκδόσεις Κάκτος. Στον πρόλογο ο Οδυσσέας Χατζόπουλος γράφει: «Το βιβλίο, πέρα από αναφορά στον Ιωάννη Βαρβάκη, είναι ουσιαστική συμβολή στη μελέτη μιας ολόκληρης περιόδου της ιστορίας μας. Ελπίζω ο ερευνητικός και συγγραφικός μόχθος του δημιουργού του να βρίσκει, με την παρούσα έκδοση, ένα μέρος της δικαίωσης που του αξίζει, και το παράδειγμα που προβάλλει μέσα από τις σελίδες που ακολουθούν να επηρεάσει εποικοδομητικά τις συνειδήσεις».

  Ο Β. Ασημομύτης στα βιβλία του: «Με βάση -νέες- ρωσικές αλλά και -παλαιές και διόλου ευκαταφρόνητες- ελληνικές μαρτυρίες και πηγές τολμούμε να προχωρήσουμε στην εξιστόρηση των γεγονότων που αναφέρονται στο βίο και την πολιτεία του ευγενέστατου, κατά κυριολεξίαν, αυτού ανθρώπου, του Ιωάννη Βαρβάκη, του μεγάλου εθνικού αγωνιστή και ευεργέτη, του οποίου ο υπερβολικός υλικός πλούτος δεν κατόρθωσε να νικήσει τον απέραντο πλούτο της ψυχής του “Έλληνα από το νησί Ψαρά”».

*

     Θα συνεχίσουμε με τον  Ιωάννη Βαρβάκη που γεννήθηκε στα Ψαρά στις 24 Ιουνίου 1745 και ήταν γιος του Ανδρέα Λεοντίδη και της Μαρίας Μάρου. Σε ηλικία 17 ετών ήταν ήδη ένας έμπειρος ναυτικός με δικό του πλοίο («Άγιος Ανδρέας»). Ξόδεψε όλη του την περιουσία για να το μετατρέψει σε πολεμικό και το 1768 το ενέταξε στη δύναμη του ρωσικού ναυτικού, που μαχόταν τους Οθωμανούς (Ρωσοτουρκικός Πόλεμος 1768-1774). Επέδειξε ιδιαίτερες οργανωτικές και πολεμικές ικανότητες κατά τη Ναυμαχία του Τσεσμέ (5 – 7 Ιουλίου 1770), με αποτέλεσμα οι συναγωνιστές του να του κολλήσουν το παρατσούκλι Βαρβάκης (από το αρπακτικό πουλί βαρβάκι). Του άρεσε και το χρησιμοποίησε ως επίθετο για το υπόλοιπο της ζωής του.

Μετά την υπογραφή της ταπεινωτικής για τους Οθωμανούς, Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (21 Ιουλίου 1774), ο Βαρβάκης βρέθηκε άφραγκος, αφού το καράβι του κατασχέθηκε από τις τουρκικές αρχές, όταν επεχείρησε να το πουλήσει στην Κωνσταντινούπολη. Σκέφθηκε να μεταβεί στη Ρωσία και να ζητήσει ακρόαση από την Αικατερίνη τη Μεγάλη. Η συνάντηση κλείστηκε στην Αγία Πετρούπολη με τη μεσολάβηση του στρατάρχη Ποτέμκιν, εραστή της τσαρίνας.

Η Αικατερίνη προς μεγάλη του έκπληξη φάνηκε γενναιόδωρη μαζί του. Για τις υπηρεσίες του προς τη Ρωσία, τον ονόμασε ανθυποπλοίαρχο του ρωσικού πολεμικού ναυτικού, του έδωσε προνομιακή άδεια αλιείας στην Κασπία Θάλασσα και 1.000 χρυσά ρούβλια. Ο Ιβάν Αντρέγεβιτς Βαρβάτσι ήταν τώρα ρώσος πολίτης.

Με τα χρήματα της τσαρίνας και την άδεια αλιείας, εγκαταστάθηκε στο Αστραχάν. Μέσα σε λίγα χρόνια έγινε πάμπλουτος από την αλιεία οξύρρυγχου και το εμπόριο του χαβιαριού. Μεγάλο μέρος της περιουσίας του το διέθεσε για κοινωφελή έργα στην περιοχή (γέφυρες, νοσοκομείο, διώρυγα κλπ). Το 1812 μετακόμισε πιο δυτικά και συγκεκριμένα στην πόλη Ταγκαρόγκ (Ταϊγάνι), όπου ανθούσε μια μεγάλη ελληνική κοινότητα. Διέθεσε 600.000 ρούβλια για την ανέγερση ενός επιβλητικού μοναστηριού, όπου εψάλη η νεκρώσιμος ακολουθία για τον τσάρο Αλέξανδρο Α’.

  Να σημειώσουμε ότι ο Ιωάννης Βαρβάκης προσέφερε πάρα πολλά στον Αγώνα πριν και κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Βοήθησε με πάρα πολλούς τρόπους τις ελληνικές κοινότητες στη Ρωσία.  Με έξοδα δικά του εξόπλισε τους ομογενείς που πολεμούσαν με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Επίσης μέσω του Πατριαρχείου κατάφερε να εξαγοράσει πάρα πολλούς Έλληνες αιχμαλώτους. Ο Βαρβάκης πάνω απ’ όλα βοήθησε τον αγώνα των Ψαριανών, των συμπατριωτών του. Μετά την καταστροφή των Ψαρών επανήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο, όπου πέθανε στις 10 Ιανουαρίου 1825. Δύο μέρες νωρίτερα, με τη διαθήκη του κληροδότησε το μεγαλύτερο μέρος για την ανέγερση Λυκείου («Βαρβάκειο»), κλειστής αγοράς («Βαρβάκειος Αγορά»), για τη συντήρηση άπορων οικογενειών και την εξαγορά αιχμαλώτων. [κύρια πηγή: Σαν Σήμερα]

*

  Φτάσαμε στην κινηματογραφική ταινία του Γιάννη Σμαραγδή «Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι»: Πρόκειται για την ιστορία του Ιωάννη Βαρβάκη, ενός πειρατή που γίνεται ζάμπλουτος έμπορος χαβιαριού και δεν σταματά να αγωνίζεται ενάντια σε κάθε εμπόδιο για την απόκτηση χρήματος, εξουσίας και πολιτικής επιρροής, για να χαρίσει στο τέλος όλα του τα υπάρχοντα στο όνομα της αγάπης. Η επική αυτή ιστορία βασίζεται στην πραγματική ζωή του Ιωάννη Βαρβάκη και ξεκινά από τα Ψαρά του Αιγαίου Πελάγους, φτάνει στην αυλή της Μεγάλης Αικατερίνης στη Ρωσία, απλώνεται στις ακτές της Κασπίας Θάλασσας για να καταλήξει στη διχασμένη από εμφύλιες διαμάχες Ελλάδα, κατά την Επανάσταση του 1821.

  Όσον αφορά  τη σχέση της ταινίας με το 1821, θα λέγαμε ότι βασική συνεισφορά της είναι ότι εξετάζει τον ρόλο του  εξωτερικού παράγοντα (Ρωσία και Αγγλία). Βλέπουμε όμως και σκηνές από την εσωτερική κατάσταση της επαναστατημένης Ελλάδας. Παρόλο που η ταινία είναι αγγλόφωνη, ιδιαίτερα χαρακτηριστική  είναι η παρεμβολή ελληνικών φράσεων. Με εντυπωσίασε η παρουσία των μικρών ελληνόπουλων και η ενημέρωσή τους για τα τεκταινόμενα.

  Τα σχόλιά μου περιορίζονται στο περιεχόμενο της ταινίας. Οι ηθοποιοί που παίζουν – άντρες και γυναίκες, ξένοι και έλληνες – είναι θαυμάσιοι. Ξεχωρίζω τον Σεμπάστιαν Κοχ και την Κατρίν Ντενέβ.

*

  Υποσχέθηκα μια «έκπληξη», που την αγνοούσα: η σχέση του Βαρβάκη με τον Διονύσιο Σολωμό.

  Σε κείμενο της  Εύης Ρούτουλα διαβάζουμε: «Οι επιφανείς Ζακύνθιοι φίλοι του Βαρβάκη, τον φέρνουν σε επαφή με τον νεαρό και ταλαντούχο ποιητή Διονύσιο Σολωμό. Ο Βαρβάκης γνώριζε τον Σολωμό από το ποίημα « Ύμνος στην Ελευθερία» και ο Σολωμός γνώριζε για το ποιόν του Βαρβάκη- που είχε τιμηθεί από τρεις Τσάρους στην Ρωσία- από τα γραφόμενα του Λόγιου Ερμή. Οι Ζακύνθιοι παρακαλούν τον Βαρβάκη να διηγηθεί τα κατορθώματά του στα Ορλωφικά και την ζωή του στη Ρωσία. Αυτός όμως στενοχωρημένος για την καταστροφή του νησιού του, μιλάει συνεχώς για τα Ψαρά, για την περιοχή Μαύρη Ράχη, για τον άνυδρο και άγονο τόπο του και τα βάσανα και τις συμφορές των συμπατριωτών του. Ο Σολωμός συγκινείται από την λύπη του ηλικιωμένου άντρα, συγκλονίζεται από τις κτηνωδίες των Οθωμανών, καταφέρνει να δει εικόνες μέσα από τα λεγόμενα του Βαρβάκη και αποφασίζει να γράψει το γνωστό ποίημα: Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη. Χωρίς να το γνωρίζει ο Βαρβάκης, άθελά του, εμπνέει».

*

  Ευχαριστώ όσους / όσες με βοήθησαν να «διαβάσω» την ταινία του Γιάννη Σμαραγδή.

  Συμπτώσεις: 10 Ιανουαρίου 1825 πεθαίνει ο Ιωάννης Βαρβάκης. Το 2022 δέκα  χρόνια συμπληρώθηκαν από την παραγωγή της ταινίας και δέκα χρόνια από τη φυγή του Βασίλη Ασημομύτη…

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ