Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις! Ένας εναλλακτικός τρόπος επίλυσης διαφοράς εκτός δικαστηρίων!

 

Το σύστημα απονομής δικαιοσύνης, γνωρίζουμε όλοι πως λειτουργεί.

 Καθυστερήσεις, αγωνία, άγχος, χάσιμο χρόνου και με την ψυχολογία μας καταρρακωμένη, αναζητούμε το δίκιο μας για τις αστικές ή τις εμπορικές μας υποθέσεις, στις αίθουσες των δικαστηρίων, με όλα όσα αρνητικά προαναφέρθηκαν.

Επιτέλους, η πολιτεία θέσπισε έναν εναλλακτικό εξωδικαστικό τρόπο επίλυσης των διαφορών μεταξύ των πολιτών, με έναν απλό, σύντομο και μικρού κόστους τρόπο.

Ο θεσμός του διαμεσολαβητή είναι ένας νέος θεσμός στην Χώρα μας ο οποίος με απλό και ευέλικτο τρόπο μπορεί να μας λύσει πολλά προβλήματα,  όμως, οι περισσότεροι από εμάς έχουμε άγνοια και εξακολουθούμε να «τρέχουμε» στα δικαστήρια.

Για την λεπτομερή ενημέρωση των αναγνωστών μας, συνομιλήσαμε με την  κυρία  Μαϊδανόγλου Ιωάννα Μαρία (Μαριάννα),  δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Ξάνθης, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια του Υπουργείου Δικαιοσύνης, εκπαιδευμένη από το Ινστιτούτο Κατάρτισης Διαμεσολαβητών Θεσσαλονίκης, για να μας ενημερώσει λεπτομερώς σχετικά με τον θεσμό του Διαμεσολαβητή.

Μεταφέραμε στην κυρία Μαϊδανόγλου,  ερωτήσεις των αναγνωστών μας.

Παραθέτουμε αυτούσια την συζήτηση – συνέντευξη που μας παραχώρησε και την ευχαριστούμε ιδιαίτερα.

  1. Τι είναι η Διαμεσολάβηση;

Η Διαμεσολάβηση είναι ένας εναλλακτικός, εξωδικαστικός τρόπος επίλυσης των διαφορών, που βοηθά τους πολίτες να  λύσουν τις ιδιωτικές διαφορές τους με απλό τρόπο, σε σύντομο χρόνο και με μικρό κόστος σε σχέση με την προσφυγή στο Δικαστήριο.

Είναι μία εκούσια, συναινετική και εμπιστευτική διαδικασία, στην οποία, τα μέρη που έχουν εμπλακεί σε μια ιδιωτική διαφορά, προσέρχονται  με τη θέλησή τους, συνοδευόμενα από τους Δικηγόρους τους, παραμένουν δε στη διαδικασία επίσης με τη θέλησή τους και με τη βοήθεια του Διαμεσολαβητή – ενός ουδέτερου, ανεξάρτητου και αμερόληπτου τρίτου προσώπου ειδικά εκπαιδευμένου – συζητούν και διαπραγματεύονται, με στόχο να λύσουν τη μεταξύ τους διαφορά  και να καταλήξουν σε μία κοινά αποδεκτή μεταξύ τους συμφωνία που εξυπηρετεί τις δικές τους ανάγκες.

Η Διαμεσολάβηση θεσμοθετήθηκε στο εθνικό δικαιϊκό σύστημα με το ν. 3898/2010 σε εφαρμογή της Οδηγίας 2008/52/ΕΚ. Σήμερα, η Διαμεσολάβηση, προβλέπεται και ρυθμίζεται από τον ισχύοντα Νόμο 4640/2019 και πρέπει να διακρίνεται από άλλες μορφές εναλλακτικής επίλυσης διαφορών που προβλέπονται στην ελληνική νομοθεσία, όπως η διαιτησία, η δικαστική μεσολάβηση και η απόπειρα συμβιβασμού.

  1. Ποιές διαφορές μπορούν να επιλυθούν με τη διαμεσολάβηση;

 Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, ιδιωτικού δικαίου, για τις οποίες τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, δηλαδή μπορούν σύμφωνα με το νόμο να έρθουν σε συμβιβασμό  και για τις οποίες δεν απαιτείται με βάση το νόμο η έκδοση δικαστικής απόφασης για την επίλυσή τους (όπως για παράδειγμα η έκδοση διαζυγίου).

Πιο συγκεκριμένα, ενδεικτικά,  μπορούν να υπαχθούν στη διαμεσολάβηση πολλές οικογενειακές διαφορές ( συνήθως ρύθμισης της επιμέλειας, επικοινωνίας, διατροφής των  ανηλίκων τέκνων σε περιπτώσεις λύσης του γάμου,  ρύθμισης χρήσης της οικογενειακής στέγης και κατανομής των κινητών πραγμάτων μεταξύ συζύγων, συμμετοχής των πρώην συζύγων στα αποκτήματα και ρύθμισης εν γένει όλων των οικονομικών θεμάτων από τη λύση του γάμου), εμπορικές (μεταξύ συνεταίρων, εμπόρων και πελατών, εμπόρων και προμηθευτών), τραπεζικές (όπως διακανονισμοί οφειλών από δάνεια), διαφορές οικογενειακών επιχειρήσεων, κληρονομικές διαφορές, μισθωτικές, γειτόνων ή ενοίκων πολυκατοικίας,  διαφορές αποζημιώσεων από πάσης φύσης αιτίες (όπως από αυτοκινητικά ατυχήματα), περιουσιακές,  εργατικές διαφορές, διαφορές εμπράγματου δικαίου κ.α.

Αντιθέτως, δεν μπορούν να υπαχθούν στη διαμεσολάβηση ποινικές και διοικητικές διαφορές (ενδεικτικά φορολογικές, τελωνειακές,  υπαλληλικές διαφορές κ.α).

  1. Ποιά είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της διαμεσολάβησης;

α) Εκούσια προσέλευση – ελεύθερη αποχώρηση: Η διαμεσολάβηση είναι μία διαδικασία στην οποία τα μέρη προσέρχονται με τη θέλησή τους, παραμένουν με τη θέλησή τους και μπορούν να αποχωρήσουν ελεύθερα όποτε το θελήσουν, σε κάθε στάδιο αυτής, χωρίς καμία κύρωση.

β) Ευελιξία: Η διαδικασία της διαμεσολάβησης είναι ναι μεν διαρθρωμένη και διέπεται από κάποιους κανόνες, όμως οι κανόνες αυτοί δεν είναι τόσο αυστηροί, όσο η διαδικασία στο δικαστήριο. Ο τόπος, ο χρόνος και οι λεπτομέρειες της διεξαγωγής της συμφωνούνται από τα μέρη και το διαμεσολαβητή. Στη διαδικασία συμμετέχουν τα μέρη τα οποία αφορά η διαφορά, ο διαμεσολαβητής που έχουν επιλέξει και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των μερών, αλλά και τρίτα πρόσωπα, εφόσον η παρουσία τους κρίνεται απαραίτητη, μετά από συμφωνία με τα μέρη και το διαμεσολαβητή. Η διαδικασία διεξάγεται τόσο με κοινή συνεδρία μεταξύ του διαμεσολαβητή και των μερών όσο και με κατ’ ιδίαν συναντήσεις του διαμεσολαβητή με το κάθε μέρος και το δικηγόρο του, εφόσον κρίνεται απαραίτητο, έως ότου επιτευχθεί η συμφωνία.  Η ευελιξία της διαδικασίας επιτρέπει στα μέρη να επικεντρωθούν στην ουσία της διαφοράς, να επιλύσουν  ζητήματα που τυχόν ανακύπτουν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ακόμη και πριν εμφανιστούν ή κλιμακωθούν σε βαθύτερες διαφορές,  να κάνουν ένα διάλειμμα αν αισθανθούν κούραση, ώστε να προχωρήσει με μεγαλύτερη ευκολία η διαπραγμάτευση. Επιπλέον, η διαδικασία προσαρμόζεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης, στην προσωπικότητα, την ψυχολογία, τις ανάγκες και τα συμφέρονται των μερών.

γ) Εχεμύθεια – Εμπιστευτικότητα – Απόρρητο: Η διαδικασία της διαμεσολάβησης είναι εμπιστευτική, υπάρχει απόλυτη μυστικότητα τόσο ως προς το γεγονός ότι διεξάγεται η διαμεσολάβηση όσο και ως προς το περιεχόμενο και τις πληροφορίες που αναφέρονται κατά τη διάρκειά της και δεν τηρούνται πρακτικά. Είναι απόρρητη τόσο η διεξαγωγή της διαμεσολάβησης όσο και το αποτέλεσμά της,  εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος την άρση του απορρήτου. Πριν την έναρξη της διαδικασίας, οι συμμετέχοντες δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν το απόρρητο.  Αν τελικά η υπόθεση φτάσει στο δικαστήριο, όσοι με οποιονδήποτε τρόπο συμμετείχαν στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, δεν μπορούν να εξεταστούν ως μάρτυρες στο δικαστήριο και δεν μπορούν να προσκομίσουν στοιχεία που προέκυψαν από τη διαμεσολάβηση, όπως προτάσεις, δηλώσεις ή ομολογίες των μερών σε σχέση με τη διαφορά, εκτός από τις περιπτώσεις που ρητά εξαιρεί ο νόμος. Αυτά τα χαρακτηριστικά επιτρέπουν στα μέρη να αισθάνονται ασφάλεια και άνεση, χωρίς να έχουν το φόβο ότι θα εκτεθούν, όπως συμβαίνει συχνά στις δημόσιες διαδικασίες στο ακροατήριο των δικαστηρίων.

δ) Ταχύτητα: Η διαμεσολάβηση είναι μια διαδικασία με μικρή χρονική διάρκεια και ανάλογα με τη φύση και την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, μπορεί να διαρκέσει από λίγες ώρες μέχρι λίγες μέρες. Οι περισσότερες απλές υποθέσεις ολοκληρώνονται σε μία εργάσιμη μέρα (συνήθως εντός 8 έως 10 ώρες), χωρίς να υπάρχει ρητός χρονικός περιορισμός ή δέσμευση.

ε) Η λύση ανήκει στα μέρη: Τα μέρη έχουν τον έλεγχο για το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Ο διαμεσολαβητής δεν αποφασίζει, δεν κρίνει τις θέσεις των μερών, δεν τους κατευθύνει προς τη λύση που αυτός θεωρεί καλύτερη. Το αποτέλεσμα της συμφωνίας είναι αυτό που επιλέγουν τα μέρη, κατόπιν της δικής τους συνεννόησης μέσα από τη διαδικασία και με τη βοήθεια του διαμεσολαβητή και περιλαμβάνει μία λύση που εξυπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα και ανάγκες. Στη διαμεσολάβηση δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, σκοπός είναι να είναι όλοι ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα της δικής τους συμφωνίας.

  1. Ποιος είναι ο διαμεσολαβητής, ποιος είναι ο ρόλος του στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και πώς ορίζεται;

Ο διαμεσολαβητής είναι ένα ουδέτερο, αμερόληπτο και ανεξάρτητο τρίτο πρόσωπο σε σχέση με τα μέρη και τη διαφορά, χωρίς να έχει κανένα προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της διαμεσολάβησης, καμία προσωπική, επαγγελματική ή οικονομική σχέση με τα μέρη της διαφοράς.  Οφείλει να τηρεί αυστηρά τις διατάξεις της δεοντολογίας που περιλαμβάνονται στο νόμο και τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Δεοντολογίας. Λειτουργεί ως βοηθός διαπραγμάτευσης και μέσα από τις τεχνικές που χρησιμοποιεί, διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στην επίλυση της διαφοράς. Ενδεικτικά, διαχειρίζεται τη διαδικασία ώστε τα μέρη να εστιάζουν στην ουσία της υπόθεσης, αποτρέπει τις συγκρούσεις,  αποφορτίζει την ατμόσφαιρα, προωθεί το διάλογο, υποβοηθά τα μέρη με διάφορες τεχνικές στην έκφραση των συναισθημάτων, των ιδεών και των ζητημάτων που προκύπτουν, ενθαρρύνει τα μέρη να σκεφτούν τρόπους επίλυσης των προβλημάτων, εστιάζει σε συζητήσεις που προάγουν το διάλογο και οδηγούν στη σύγκλιση των διαφορών των μερών, έως την επίτευξη μίας κοινά αποδεκτής μεταξύ τους συμφωνίας.

Ο διαμεσολαβητής είναι πρόσωπο ειδικά εκπαιδευμένο από αναγνωρισμένο από το κράτος Φορέα Κατάρτισης Διαμεσολαβητών και διαπιστευμένο από το Υπουργείο Δικαιοσύνης κατόπιν εξετάσεων ενώπιον της Επιτροπής Εξετάσεων του Υπουργείου. Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, τηρείται μητρώο διαπιστευμένων διαμεσολαβητών από όλη την Ελλάδα αλλά και ειδικό μητρώο διαμεσολαβητών της έδρας κάθε Πρωτοδικείου, όπως ισχύει και για την Ξάνθη.

Ο διαμεσολαβητής επιλέγεται από τα μέρη, με κοινή συμφωνία ως προς το πρόσωπό του. Στην πράξη, κάθε ενδιαφερόμενο μέρος απευθύνεται σε διαμεσολαβητή της επιλογής του και εν συνεχεία ο διαμεσολαβητής έρχεται σε επικοινωνία με το άλλο μέρος, ώστε να λάβει σχετική έγγραφη έγκριση προς το πρόσωπό του.

  1. Γιατί να επιλέξει κάποιος τη Διαμεσολάβηση για την επίλυση της διαφοράς του;

 Στην πραγματικότητα σπάνια οι άνθρωποι θέλουν να εμπλέκονται σε συγκρούσεις. Η σύγκρουση δημιουργεί άγχος, ψυχική φθορά και κοστίζει σε χρόνο και σε χρήμα. Η διαμεσολάβηση μπορεί να “θεραπεύσει” μια σύγκρουση και να οδηγήσει στη λύση που επιθυμούν τα μέρη.

Αν λάβει, επίσης,  κανείς υπόψη ότι η απονομή της ελληνικής δικαιοσύνης γίνεται με αργούς ρυθμούς, με μέσο όρο έκδοσης μιας αμετάκλητης απόφασης τα 5 χρόνια αλλά και το οικονομικό κόστος της δικαστικής διαμάχης, με αυξημένα δικαστικά έξοδα, παράβολα, αμοιβές, έξοδα επιδόσεων, έξοδα εκτέλεσης κ.α., μπορούμε να πούμε ότι η διαμεσολάβηση αποτελεί μια ανάσα, έναν τρόπο για μια γρήγορη, ευέλικτη και οικονομική λύση μιας διαφοράς. Είναι πράγματι πολύ δύσκολο κάποιος να “κουβαλάει” για μεγάλο χρονικό διάστημα μια διαφορά, γιατί επηρεάζει όλη τη ζωή του, την καθημερινότητά του, ενδεικτικά αναφέρομαι σε περιπτώσεις που υπάρχει άμεση οικονομική ανάγκη ή σε περιπτώσεις διαζυγίου, όπου η σύγκρουση έχει αρνητικές επιπτώσεις ιδίως στα παιδιά.

Επομένως, οι λόγοι να προσφύγει κανείς σε αυτή τη διαδικασία είναι πολλοί, η ταχύτητα, η ευελιξία της διαδικασίας, το χαμηλό κόστος σε σχέση με μια δικαστική διαμάχη, η εμπιστευτικότητα και το απόρρητο των πληροφοριών, η δυνατότητα συνέχισης της καλής σχέσης των μερών και στο μέλλον, το γεγονός ότι δε θίγεται το δικαίωμα των μερών να αποχωρήσουν όποτε θέλουν και να προσφύγουν τελικά στο δικαστήριο, ενώ ο νόμος έχει προβλέψει τη δυνατότητα αναστολής των παραγραφών και των αποσβεστικών προθεσμιών, κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης. Με άλλα λόγια, τα μέρη δε χάνουν το δικαίωμά τους να λύσουν τη διαφορά στο δικαστήριο, απλά δίνουν μια ευκαιρία, είτε πριν την προσφυγή στο δικαστήριο, είτε μετά από αυτήν, να λύσουν χωρίς άγχος, χωρίς εντάσεις, μέσα από πολιτισμένο διάλογο και μέσα σε σύντομο χρόνο τις διαφορές τους.

 Σχετικά με το κόστος, καταρχήν, η αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία του με τα μέρη. Αν δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η ελάχιστη αμοιβή είναι 80 ευρώ για κάθε ώρα διαμεσολάβησης και βαρύνει τα μέρη κατ’ ισομοιρία. Κάθε μέρος αναλαμβάνει την αμοιβή του δικηγόρου του που παρίσταται στη διαδικασία, με ελεύθερη συμφωνία, αλλά υπάρχει και η υποχρέωση έκδοσης ενός ελάχιστου γραμματίου προκαταβολής εισφορών και εξόδων που προβλέπεται στο νόμο.

  1. Πώς διασφαλίζεται η τήρηση της συμφωνίας στην οποία καταλήγουν τα μέρη στο τέλος της Διαμεσολάβησης;

 Εφόσον τα μέρη φτάσουν σε μία συμφωνία, αυτή αποτυπώνεται σε έγγραφο και υπογράφεται από όλους τους συμμετέχοντες (το διαμεσολαβητή, τα μέρη και τους δικηγόρους τους). Το έγγραφο της συμφωνίας, εφόσον τα μέρη το επιθυμούν, κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο και με τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος, μπορεί να γίνει εκτελεστός τίτλος και να έχει την ισχύ μιας δικαστικής απόφασης!

  1. Είναι υποχρεωτική η Διαμεσολάβηση; Τι είναι η Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης;

 Η Διαμεσολάβηση δεν είναι υποχρεωτική.  Όπως είπαμε είναι μια διαδικασία στην οποία έρχεται κάποιος με τη θέλησή του.

 Όμως, ο νέος νόμος 4640/2019 προβλέπει την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης, σε συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων που τις αναφέρει ρητά (κάποιες εκ των οικογενειακών διαφορών, διαφορές της τακτικής διαδικασίας Μονομελούς Πρωτοδικείου άνω των 30.000 ευρώ και Πολυμελούς Πρωτοδικείου και διαφορές για τις οποίες εγγράφως τα μέρη είχαν συμφωνήσει ρήτρα διαμεσολάβησης) κατά την οποία, ο διαμεσολαβητής, που επιλέγουν τα μέρη μιας διαφοράς, ενημερώνει τα ίδια και τους δικηγόρους τους για τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, για τις βασικές αρχές και τα χαρακτηριστικά της και για τη δυνατότητα να επιλύσουν εξωδικαστικά τη διαφορά τους. Πρόκεται, δηλαδή, για ένα στάδιο ενημέρωσης για τη Διαμεσολάβηση.

 Μετά την ολοκλήρωση αυτής, τα μέρη, εάν επιθυμούν, μπορούν να συνεχίσουν τη διαμεσολάβηση για να λύσουν τη διαφορά τους, υπογράφοντας πρακτικό υπαγωγής στη διαμεσολάβηση. Αν δε θέλουν να προβούν σε διαμεσολάβηση, συντάσσεται πρακτικό, το οποίο κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο μαζί με τις προτάσεις, με ποινή το απαράδεκτο συζήτησης της αγωγής, εάν δεν κατατεθεί.

  1. Πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του πληρεξουσίου Δικηγόρου στη διαδικασία της Διαμεσολάβησης και της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας;

 Ο ρόλος του δικηγόρου των μερών στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας ή αλλιώς του νομικού παραστάτη, όπως χαρακτηρίζεται από το νόμο, είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Ο δικηγόρος είναι το πρώτο πρόσωπο που θα ενημερώσει τον πελάτη του εγγράφως για τη δυνατότητα υπαγωγής της υπόθεσής του στη Διαμεσολάβηση και για την υποχρέωση να υπαχθεί η υπόθεσή του στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία. Ο δικηγόρος είναι το πρώσοπο που θα κάνει τον πελάτη του να εμπιστευτεί τη διαδικασία και τον προτρέπει να συμμετέχει σε αυτήν με καλοπιστία και πνεύμα συναίνεσης.  Επιπλέον, σε σχέση με πρακτικά ζητήματα της διαδικασίας, ενδεικτικά, συνοδεύει τον πελάτη του στις συνεδρίες της Διαμεσολάβησης και της Υποχρεωτικής Αρχικής Συζήτησης, προετοιμάζει τον πελάτη του για την παρουσία του στη διαμεσολάβηση, οργανώνει μαζί του τη στρατηγική και τα επιχειρήματα που θα προβάλλουν στις διαπραγματεύσεις, ενημερώνει το διαμεσολαβητή πριν τη διαδικασία για τη διαφορά, και συντάσσει από κοινού με το δικηγόρο της άλλης πλευράς την έγγραφη συμφωνία στην οποία καταλήγουν τα μέρη.

 

Η Μαϊδανόγλου Ιωάννα Μαρία (Μαριάννα) είναι δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ξάνθης, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια του Υπουργείου Δικαιοσύνης, εκπαιδευμένη από το Ινστιτούτο Κατάρτισης Διαμεσολαβητών Θεσσαλονίκης.

 

Η κυρία Μαϊδανόγλου Ιωάννα Μαρία (Μαριάννα) είναι Γραμματέας του Δ.Σ. του συλλόγου “Αδέσποτοι Φίλοι Ξάνθης” η οποία αναφέρει:

Σχετικά με την εθελοντική μου δράση, είμαι γραμματέας του Δ.Σ. του συλλόγου “ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ – ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΣ- ΖΩΟΦΙΛΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΔΕΣΠΟΤΟΙ ΦΙΛΟΙ ΞΑΝΘΗΣ” από την ίδρυσή του, το έτος 2016. Είμαι πολύ περήφανη για τη συμμετοχή μου σε αυτόν το σύλλογο που επιτελεί σπουδαίο έργο. Εργαζόμαστε εθελοντικά χωρίς καμία παύση. Σε όλα τα έτη λειτουργίας μας έχουμε δώσει για υιοθεσία περίπου 700 ζώα εντός του Ν. Ξάνθης. Επιπλέον, κάνουμε φιλοζωικές ενημερώσεις σχολείων και ιδρυμάτων και οργανώνουμε προγράμματα στειρώσεων αδέσποτων ζώων.

Ιωάννα – Μαρία (Μαριάννα) Μαϊδανόγλου, έδρα : Μεσολογγίου 9Α, Ξάνθη (6ος όροφος), τηλέφωνο επικοινωνίας : 2541084652 και 6948522472,                  

              e-mail : maidanoglou.m@gmail.com