Του Θανάση Μουσόπουλου

1

  Από νέος ήρθα σε επαφή με μεταφράσεις του Νίκου Καζαντζάκη σε αρχαιοελληνικά κείμενα. Συγκεκριμένα, κατά το ακαδημαϊκό έτος 1967 – 68,  πρωτοετής φοιτητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στον Όμηρο είχαμε τον  θαυμάσιο καθηγητή Ι. Θ. Κακριδή, στο πρώτο εξάμηνο. Μετά εκπαραθυρώθηκε από τη χούντα. Χρησιμοποιήσαμε τη μετάφραση που είχε φιλοτεχνήσει με τον Καζαντζάκη  στην ομηρική Ιλιάδα. Αργότερα, το 1976,  απέκτησα και μελέτησα και τη μετάφραση της ομηρικής Οδύσσειας.

  Στις τελευταίες τάξεις εξαταξίου γυμνασίου είχα βαλθεί να διαβάσω σε μεταφράσεις πρώτα όλα τα αρχαία δράματα και μετά άλλα έργα. Το 1967 οι εκδόσεις Φέξη επανέκδιδαν σε φτηνές λαϊκές εκδόσεις αρχαίους συγγραφείς. Τότε αγόρασα και διάβασα (έχω και σχετικές σημειώσεις) σε μετάφραση Ν. Καζαντζάκη το τομίδιο «Πλάτων – Ίων, Μίνως, Δημόδοκος, Σίσυφος, Κλειτοφών». Οι εκδόσεις Φέξη το 1912 είχαν εκδώσει εκτός από το παραπάνω και τον τόμο: Πλάτων, Αλκιβιάδης – Αλκιβιάδης Β΄. Η γλώσσα της μετάφρασης των πλατωνικών έργων είναι η καθαρεύουσα. Να σημειώσουμε με την ευκαιρία ότι ο Πλάτων έπαιξε ρόλο στην καζαντζακική δημιουργία. Σε πολλά έργα του υπάρχουν πλατωνικές απηχήσεις.

  Ασχολούμενος αυτό τον καιρό με τον Νίκο Καζαντζάκη και το πολύπλευρο έργο του, θεώρησα χρήσιμο να προσεγγίσω και φωτίσω τη σχέση του με τους αρχαίους Έλληνες ως μεταφραστή αλλά και ως δημιουργού πρωτότυπων έργων με αρχαιοελληνικά θέματα. Θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον να αναζητήσουμε στοιχεία αρχαιοελληνικά στη δικές του δημιουργίες. Αυτό δε θα το επιχειρήσω συστηματικά σε τούτη την εργασία.

  Μια και μιλούμε για μεταφράσεις, σε ένα πρόσφατο άρθρο του Γ. Γιατρομανωλάκη διάβασα ότι ο Καζαντζάκης είναι ο πλέον «μεταφρασμένος ανά την υφήλιο νεοέλληνας συγγραφέας» (σύμφωνα με προ δεκαετίας πίνακα έχει μεταφραστεί σε 41 γλώσσες και διαλέκτους). Μετέφρασε όμως και ο ίδιος πολλά αρχαία ελληνικά και άλλα κείμενα κλασικά (Ο Ηγεμόνας του Μακιαβέλι και Η Θεία Κωμωδία του Δάντη) και νεότερων συγγραφέων (Νίτσε, Μπερξόν κ.ά). Τα κείμενα, παλιά ή νέα που μετέφραζε ο Καζαντζάκη επηρέαζαν και το δικό του πρωτότυπο έργο.

  Φέτος, ανάμεσα στις άλλες εκδηλώσεις που οργανώθηκαν με την ευκαιρία του Έτους Καζαντζάκη, είδαμε και σχετικές για τη σχέση του με τους αρχαίους.

  Σε άλλο κείμενό μου σχετικό με τα παιδικά του βιβλία θα δούμε πώς ο Καζαντζάκης  «διαχειρίζεται με παιδαγωγικό τρόπο το υλικό της αρχαιότητας».

2

  Πολύ σημαντική θεωρείται η δουλειά των Καζαντζάκη – Κακριδή για τη μετάφραση των δύο ομηρικών επών.

  Η δρ Μ. Μαθιουδάκη (σχολιάζοντας και παρουσιάζοντας  το βιβλίο του Μιχαήλ Πασχάλη: «Νίκος Καζαντζάκης, από τον Όμηρο στον Σαίξπηρ») πληροφορεί: «Μέσα στη γερμανική κατοχή, το 1942, συνεργαζόμενος με τον Ιωάννη Κακριδή, ξεκινάει τη μετάφραση της Ιλιάδας του Ομήρου. Η διαδικασία δεν ολοκληρώνεται άμεσα και δέκα χρόνια μετά, το 1952-53, εποχή έκδοσης του Καπετάν Μιχάλη, η μετάφραση ακόμα αναθεωρείται και διορθώνεται. Θα εκτυπωθεί τελικά και θα κυκλοφορήσει το 1955, δύο χρόνια μετά τον Καπετάν Μιχάλη». Όπως είναι αναμενόμενο και όπως αποδεικνύεται στο βιβλίο του Πασχάλη, το μυθιστόρημα «Καπετάν Μιχάλης» είναι επηρεασμένο ειδολογικά και θεματικά από το ομηρικό έπος.

  Πλατωνικά στοιχεία μετουσιώνονται λογοτεχνικά στο μυθιστόρημα του Ζορμπά. Ο ίδιος ο ρόλος του Αλέξη Ζορμπά χτίζεται πάνω στον τύπο του πλατωνικού Σωκράτη».

  Στον Πρόλογο της Ιλιάδας ο Ι.Θ.Κακριδής εξηγεί το σκεπτικό και τον τρόπο με τον οποίο δούλεψε με τον Καζαντζάκη για τη μετάφραση των δύο έργων του Ομήρου.

«Παραδίνουμε σήμερα στα χέρια των Ελλήνων μεταφρασμένη την Ιλιάδα του Ομήρου, το πιο παλιό ελληνικό ποιητικό κείμενο, γραμμένο εδώ και εικοσιοχτώ αιώνες, και όμως πάντα αγέραστο σε ομορφιά και σε δύναμη. Όταν στα 1942, μέσα στις σκοτεινές μέρες της κατοχής, παίρναμε την απόφαση να συνεργαστούμε για το έργο αυτό, δε φανταζόμαστε πως θα έπρεπε να περάσουν τόσα χρόνια επίμονης κοινής προσπάθειας ώς τη στιγμή που θα το θεωρούσαμε άξιο να δει το φως […] Πάλευαν και στου Ομήρου την τέχνη να βαθύνουν περισσότερο και τις εκφραστικές δυνατότητες της νεοελληνικής γλώσσας να γνωρίσουν και να χρησιμοποιήσουν καλύτερα, όση πείρα κι αν είχαν από τη μεταφραστική τους προσπάθεια σε άλλα κείμενα. Η μετάφραση είναι πάντα μια συνθηκολόγηση· υποκειμενικές και αντικειμενικές δυσκολίες σε εμποδίζουν να καλύψεις με τη μετάφρασή σου απόλυτα το πρωτότυπο. Μα όταν συνθηκολογείς ύστερα από τόσον αγώνα, να μην προδώσεις ένα έργο που πολύ αγάπησες, έχεις το δικαίωμα, νομίζουμε, να μην ντρέπεσαι για το αποτέλεσμα του αγώνα σου […] Δυο λόγια ακόμα· ο αναγνώστης ξέρει τώρα πόσα χρόνια και πόσους κόπους χρειάστηκε για να πάρει, προσωρινά, τελική μορφή η μετάφραση τούτη, μπορεί λοιπόν να φανταστεί πόσες γραφές απαιτήθηκε να γίνουν, πόσες φορές ο κάθε στίχος να χυθεί και να ξαναχυθεί. Εκείνο ωστόσο που ευχόμαστε είναι από το μόχθο αυτό, καθώς θα διαβάζει τη μετάφραση, να μην καταλάβει τίποτα· μοναχά αν νιώσει τους στίχους να κυλούν άνετα και αβίαστα, σαν να πρωτοχύθηκαν από τον ποιητή τον ίδιο κάτω από την ένθεη πνοή της Μούσας, μοναχά τότε θα πει, θα πούμε κι εμείς μαζί του, πως η μετάφραση έχει πετύχει».

Την ομηρική Οδύσσεια ξεκίνησαν να την μεταφράζουν ο Κακριδής με τον Καζαντζάκη, όμως πεθαίνει ο ποιητής και μένει μόνος ο φιλόλογος. Διαβάζουμε «Από τη μέρα που μας έλειψε ο Καζαντζάκης ως σήμερα μία στάθηκε η μεγάλη μου έγνοια: να τελειώσω τη μετάφραση, μονάχος μου πια. Έτσι θα ξαλάφρωνα από το βάρος της ευθύνης να αφήσω ανεκπλήρωτο το όνειρο του συντρόφου μου, να μεταφράσω ολόκληρο τον Όμηρο»

Συχνά στο μάθημα μας έλεγε ο αγαπημένος μας δάσκαλος για τον πόνο και το βάρος της ευθύνης του. Η μετάφραση της Οδύσσειας, όπως και της Ιλιάδας,  αποτελεί ένα επίτευγμα όχι μόνο μεταφραστικό αλλά και γλωσσικού ήθους και ύφους, συνδυάζοντας την ακρίβεια και τη γλωσσοπλαστική ικανότητα με βάση την κρητική διάλεκτο. Πολύ περισσότερο αυτό συμβαίνει στην καζαντζακική «Οδύσεια».

3

  Ο Νίκος Καζαντζάκης συνθέτοντας τη δική του «Οδύσεια» φιλοδοξούσε να δημιουργήσει το σύγχρονο έπος. Αποτελείται από 33333 ανομοιοκατάληκτους δεκαεφτασύλλαβους. Ο Καζαντζάκης ξεκίνησε την Οδύσσεια το 1925 στο Ηράκλειο και την ολοκλήρωσε το 1938 στην Αίγινα. Όλα αυτά τα χρόνια επεξεργαζόταν την αρχική εκδοχή, ενσωματώνοντας εικόνες και εντυπώσεις από κάθε καινούριο του ταξίδι. Επτά φορές ξαναγράφτηκε η Οδύσεια, χειρόγραφη. Την δακτυλογραφούσε η αφοσιωμένη σύντροφός του Ελένη.

Κεντρικός ήρωας ο Οδυσσέας, όχι όμως ο νοσταλγός αλλά ο κοσμογυριστής. Όταν επιστρέφει στην Ιθάκη σκοτώνει τους μνηστήρες, παντρεύει τον Τηλέμαχο και ξαναφεύγει. Ασφυκτιά στο στενό περιβάλλον της Ιθάκης, ούτε η οικογένεια, ούτε ο λαός του τον συγκινεί. Μια μεγάλη πορεία αγώνα και αγωνίας  είναι η ζωή του Οδυσσέα ως το νότο.

Ο Ν. Μαθιουδάκης μελέτησε τη γλώσσα τη Οδύσειας, ασχολούμενος επισταμένα με το θέμα τούτο στο διδακτορικό του στο πανεπιστήμιό μας, το Δημοκρίτειο, κοντά στην καθηγήτρια Γλωσσολογίας Π. Καμπάκη Βουγιουκλή.  Σε ένα κοινό άρθρο τους διαβάζουμε σχετικά: «Σε αντίθεση με το κλασικό πρότυπο του ομηρικού ήρωα, στο καζαντζακικό έπος ο Οδυσσέας παρουσιάζει μια αντιηρωική στάση στο αέναο ταξίδι του. Αυτήν ακριβώς την αντιηρωική προσωπικότητα του Οδυσσέα επιχειρούμε να διερευνήσουμε μέσα από τον τρόπο που ο συγγραφέας τον σκιαγραφεί με τη χρήση της γλώσσας, με τον ποιητικό του λόγο. Και τούτο γιατί η γλώσσα κατέχει κυρίαρχο ρόλο στο έπος αυτό και, κατά συνέπεια, αναμένουμε να μας αποκαλύψει στοιχεία για την ταυτότητα του πρωταγωνιστή. Περί τα διακόσια επίθετα χρησιμοποιεί ο Καζαντζάκης για να χαρακτηρίσει τον Οδυσσέα. Όλα τους ένα προς ένα διαλεγμένα, ένα προς ένα σχεδιασμένα: αϊτοβούλης, γοργόχερος, δίβουλος, καρδιοπλάνος, μακροπόθητος, μουλωχτός, πολυκορφονούσης είναι μερικά επίθετα με τα οποία ο Καζαντζάκης σε τριάντα τρεις χιλιάδες τριακόσιες τριάντα τρεις στίχους και σε είκοσι τέσσερις ραψωδίες προσπαθεί να αποδώσει την ταυτότητα του ήρωα του».

Για την Οδύσεια του Ν. Καζαντζάκη έχουν γραφεί πολλά, και προσωπικά έχω ασχοληθεί με το θέμα σε άλλες εργασίες μου. Παραπέμπω κυρίως στο άρθρο μου «Η Οδύσεια του Νίκου Καζαντζάκη, μια νέα φιλοσοφική ανάγνωση στον ομηρικό μύθο» (π. Γιατί, τ. 94, 1983). Και σε τούτο το βιβλίο, όμως, υπάρχουν σποραδικά αναφορές.

  Ο φίλος και μελετητής του Ν. Καζαντζάκη Π. Πρεβελάκης γράφει: «Η τεράστια εποποιΐα της νέας Οδύσσειας ισοδυναμεί με ένα βουνό χαλάσματα. Ο κύκλος που είχε ανοίξει ο Όμηρος κλείνεται από τον Καζαντζάκη. Ο κύκλος εδώ σημαίνει το μηδέν. Όλες οι αξίες που κατεργάστηκε ο ελληνισμός από την ώρα που ο Όμηρος στερέωσε τη μορφή των Ολυμπίων, και που συμπλήρωσε ο χριστιανισμός με το κήρυγμα της αγάπης και την υπόσχεση της αιώνιας ζωής, όλες βουλιάζουν στα φρένα του νέου Οδυσσέα. Ο Οδυσσέας δεν ελπίζει τίποτα, δεν φοβάται τίποτα, είναι λεύτερος».

4

  Πολύ ενδιαφέρον έχουν τα θεατρικά έργα του Καζαντζάκη – Τραγωδίες με αρχαία θέματα: Προμηθέας Πυρφόρος, Προμηθέας Δεσμώτης, Προμηθέας Λυόμενος, Κούρος, Οδυσσέας, Μέλισσα.

  Αποσπάσματα  από το άρθρο του Θόδωρου Γραμματά «Ξαναδιαβάζοντας το έργο τού Νίκου Καζαντζάκη» (δημοσιευμένο στο περιοδικό Διαβάζω, Αριθ. 51, Μάρτιος 1982) θα μας βοηθήσουν να προσεγγίσουμε αυτά τα αρχαιόθεμα κείμενα του Καζαντζάκη.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: «Αντίστοιχη με την αρχαία τριλογία είναι και αυτή τού Καζαντζάκη, που έχει τους ίδιους τίτλους: ΠυρφόροςΔεσμώτηςΛυόμενος. Γράφτηκε στο διάστημα Αυγούστου-Σεπτέμβρη 1943 στην Αίγινα.
Όπως κάνει και με άλλα του θέματα, ο συγγραφέας δανείζεται ένα γνωστό μύθο ή πραγματικό γεγονός ή ακόμα μια μυθική ή λογοτεχνική μορφή και εννοιολογικά μετασχηματίζοντάς τη την κάνει κατάλληλη για την έκφραση του προσωπικού του μηνύματος. […]»

ΚΟΥΡΟΣ: «Γράφτηκε τον Απρίλη 1949 με πρωτότυπο τίτλο Θησέας. Πρόκειται για το γνωστό μύθο τού Θησέα και του Μινώταυρου, δοσμένο μέσα από μια ψυχαναλυτική ερμηνεία. Ο Καζαντζάκης είχε έντονα επηρεαστεί απ’ την ανάπτυξη της ψυχανάλυσης, που γνώρισε από κοντά στη Βιέννη το 1922 […] Ο Μίνωας εκφράζει τη φάση τής ελεύθερης αναγκαιότητας (amor fati), που επιτρέπει στο άτομο να διαφυλαχθεί και μόνο απ’ την επιβολή τής εξωτερικής ανάγκης που το περιβάλλει, ενώ ο Θησέας αυτήν τής στιγμιαίας ελευθερίας, του κορυφώματος δηλαδή της έννοιας αυτής στο έργο του».

ΟΔΥΣΣΕΑΣ: «Γράφτηκε το 1927 και πρωτοδημοσιεύτηκε με το ψευδώνυμο Α. Γερανός στο αλεξανδρινό περιοδικό Νέα Ζωή, στο διάστημα Ιούνη-Νοέμβρη 1927. Κυκλοφόρησε το 1928 από τις εκδόσεις “Στοχαστής” με αφιέρωση στη Lenotschka Dybouk (Ελένη Σαμίου). Αναφέρεται στο γνωστό από την Οδύσσεια περιστατικό τής αναγνώρισης του Οδυσσέα από την Πηνελόπη και το σκοτωμό των μνηστήρων. […]».

ΜΕΛΙΣΣΑ: «Γράφτηκε το 1937 και πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστία το 1939· πρωτοπαίχτηκε απ’ το Εθνικό Θέατρο στο Ωδείο Ηρώδη Αττικού το καλοκαίρι 1962. Παρουσιάζει την έντονη πάλη ανάμεσα στον πατέρα και το γιο και γενικά την προσπάθεια αποδέσμευσης του ατόμου απ’ την πρωτόγονη έννοια τού δεσμού του με το προγονικό παρελθόν που το καταπιέζει. […]».

Η αλήθεια είναι ότι γενικά δεν εκτιμήθηκε το θεατρικό έργο του Καζαντζάκη. Όμως υπάρχουν και αντίθετες απόψεις. Ο θεατράνθρωπος Αλέξης Σολωμός “Απ’ όλους τους νεοέλληνες δραματουργούς ο Καζαντζάκης είναι ο πιο αισχυλικός. Τιτάνας στ’ αγκάλιασμα της ύλης, γίγαντας στ’ άπλωμα της δράσης, αδιαφορεί για τους κοινούς τόπους και τρόπους, πλάθει, ονειρεύεται, προφητεύει. Αν στις τρεις δεκαετίες που δούλευε τα θεατρικά του έργα, το θέατρό μας δεν ήταν προσηλωμένο στην ηθογραφία και στη φαρσοκωμωδία, ο Καζαντζάκης θα ’χε σταθεί –όπως παλιά ο Αισχύλος– ο πραγματικός πατέρας τής δραματουργίας μας, ή, πιο σωστά, η πρωτόγονη δημιουργική της θεότητα.”

  Ο Γ. Βαλέτας στην Ιστορία της Λογοτεχνίας του αναφέρεται στο θεατρικό έργο του Ν.Κ.  και σημειώνει: «Ουσιαστικά σ’ όλα τα δράματα κυριαρχεί ένα πρόσωπο, ένας υπεράνθρωπος, που αποτελεί εξιδανίκευση του ίδιου του συγγραφέα». Ξεχωρίζει το έργο  ‘Μέλισσα’. Ο Λίνος Πολίτης στη δική του Ιστορία μιλώντας για το θέατρο του Ν.Κ., σημειώνει ότι στάθηκε αφορμή να εξωτερικεύσει ο συγγραφέας τον εσωτερικό του κόσμο. Στο κέντρο του κάθε έργου βρίσκεται ο ένας, ο μοναδικός άνθρωπος που θα αντιπαραταχθεί στους πολλούς.

5

  Ένα μεγάλο κεφάλαιο του Καζαντζακικού Κόσμου είναι η σχέση του με τους αρχαίους έλληνες, με τους αρχαίους πολιτισμούς γενικότερα. Θίξαμε ορισμένες παρυφές του θέματος. Πολλές πλευρές είναι ανοιχτές για  έρευνα και τεκμηρίωση, για αξιολόγηση εν τέλει.

  Θα είναι πολύ χρήσιμο – για να συγκροτηθούν τα ΑΠΑΝΤΑ του και  στη συνέχεια να κατανοηθεί η βαθύτερη προσφορά του Νίκου Καζαντζάκη στα Γράμματα και στο νεότερο πολιτισμό – να ξεπεραστούν όλες οι αγκυλώσεις και τα εμπόδια που συσκοτίζουν την ουσία του έργου του.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

ΞΑΝΘΗ, ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2017

Περιοχή συνημμένων