Γράφει ο Λεωνίδας Κουμάκης

Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε που με τον Νόμο 2523 του 1997 ουσιαστικά επετράπη στους λαθρέμπορους να δημιουργήσουν μια τεράστια βιομηχανία απάτης που κλέβει από τα Δημόσια ταμεία κάθε χρόνο –ούτε λίγο, ούτε πολύ- τριακόσια περίπου εκατομμύρια Ευρώ, υπό το αδιάφορο βλέμμα του πολιτικού μας προσωπικού – δεξιού, κεντρώου ή αριστερού!

Σε μια δύσκολη εποχή κατά την οποία πετσοκόβονται μισθοί και συντάξεις ενώ αυξάνεται συνεχώς η «επίσημη» φορολογία, οι λαθρέμποροι αποσταγμάτων και οινοπνεύματος «σβήνουν» είκοσι κεράκια «αποδοτικής δραστηριότητας», θησαυρίζοντας σε βάρος της κοινωνίας, των εσόδων του κράτους αλλά και της δημόσιας υγείας, αφού τα νοθευμένα ποτά αποτελούν μια διαρκή απειλή για τους ανυποψίαστους Έλληνες και αλλοδαπούς καταναλωτές!

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με την σειρά:

Οι αμπελουργοί, κατά την διάρκεια του τρυγητού, έχουν το δικαίωμα να αποστάζουν τα στέμφυλα των σταφυλιών που προέρχονται από τα αμπέλια τους για 8 (το πολύ) 24ωρα. Το προϊόν της (ουσιαστικά αφορολόγητης) απόσταξης που προκύπτει, καλύπτει την σπιτική κατανάλωση της οικογένειας του αμπελουργού για ένα χρόνο.

Μέχρι το 1997 αν σε κάποιο αμπελουργό περίσσευε κάποια μικρή ποσότητα, επιτρεπόταν η περιορισμένη εμπορία της μέσα στον νομό του αμπελουργού ή  (το πολύ) τους όμορους νομούς, με στόχο την ενίσχυση του εισοδήματος των αμπελοκαλλιεργητών.

Το 1997, το «βαρύ πυροβολικό» του αλήστου μνήμης ΠΑΣΟΚ (Παπαντωνίου, Γιαννόπουλος, Λαλιώτης, Ρέππας, Β. Παπανδρέου) υπέγραψαν τον Ν. 2523/1997 με τον οποίο άνοιξαν το κουτί της Πανδώρας προς όφελος κάθε επικίνδυνου λαθρέμπορου: Επέτρεψαν, χωρίς κανένα περιορισμό, χωρίς καμιάς μορφής τυποποίηση, την ελεύθερη κυκλοφορία σε ολόκληρη την Ελλάδα του προϊόντος απόσταξης «από την παραγωγή σταφυλιών κάθε παραγωγού».

Φυσικά, η χαώδης διαφορά του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης που επιβάλλεται σε κάθε «αμπελουργό» (0,59 Ευρώ ανά λίτρο ποτού), με τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης που καταβάλλει κάθε νόμιμος παραγωγός και εμφιαλωτής (σήμερα είναι περίπου δεκαπλάσιος, δηλαδή 5,10 Ευρώ ανά λίτρο ποτού), «απελευθέρωσαν» όλες τις δυνάμεις λαθρεμπορίας που οργιάζουν επί δύο δεκαετίες, βάζοντας σε διαρκή κίνδυνο την υγεία ανυποψίαστων καταναλωτών!

Το αποτέλεσμα του Νόμου του 1997 είναι εκπληκτικό: Η ετήσια παραγωγή (λίτρα ποτού) των επίσημων αποσταγματοποιών που πληρώνουν κανονικά τους υπέρογκους φόρους τους, είναι 3 εκατομμύρια λίτρα περίπου.

Η ετήσια παραγωγή που δηλώνουν οι «αμπελουργοί», με «επιβάρυνση» μόλις 0,59 Ευρώ ανά λίτρο ποτού, κυμαίνεται μεταξύ 5 και 7 εκατομμυρίων λίτρων ετησίως.

Η ετήσια όμως κατανάλωση εκτιμάται ότι φθάνει τα 24 εκατομμύρια λίτρα, δηλαδή οι λαθρέμποροι διακινούν άλλα 15 εκατομμύρια λίτρα ποτού (τουλάχιστον) χωρίς να καταβάλλουν σε φόρους δεκάρα τσακιστή, βάζοντας μάλιστα σε άμεσο κίνδυνο και την δημόσια υγεία!

Το «σύστημα» του λαθρεμπορίου δουλεύει (περίπου) ως εξής: Υπάρχουν χιλιάδες αμβυκούχοι, που δεν είναι υποχρεωτικά και αμπελουργοί. Μπορούν όμως να χρησιμοποιήσουν άδειες απόσταξης που τους παραδίδουν πολλοί μικροί ή μεγάλοι αμπελοκαλλιεργητές παράγοντας τσίπουρο για λογαριασμό τους. Φυσικά για την υπηρεσία που παρέχουν στους αμπελουργούς αμείβονται σαν κάθε επιτηδευματίας, αλλά διακινούν το απόσταγμα που παράγουν χωρίς φόρους, χωρίς κανένα έλεγχο και χωρίς στοιχεία του ΚΒΣ αφού η άδεια απόσταξης αποτελεί ταυτόχρονα και έγγραφο διακίνησης των αποσταγμάτων!

Με άλλα λόγια, οι αμβυκούχοι μπορούν να διακινούν καθημερινά, δηλαδή 365 μέρες τον χρόνο, μία και μοναδική άδεια απόσταξης η οποία, φυσικά, δεν «ακυρώνεται» και μπορεί να διακινήσει 365 φορές μεγαλύτερη ποσότητα από αυτήν που αναγράφει, χωρίς κανένα φόρο! Αν δε υπολογιστεί η δυνατότητα, σε ορισμένες περιπτώσεις, διπλής ή και τριπλής μεταφοράς μέσα στην ίδια ημέρα, με την ίδια «άδεια απόσταξης», οι ποσότητες που μπορούν να διακινηθούν λαθραία πολλαπλασιάζονται εντυπωσιακά.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να «παράγονται» ανεξέλεγκτα, κάτω από άθλιες συνθήκες υγιεινής και χωρίς κανένα απολύτως έλεγχο ή να εισάγονται στην χώρα τεράστιες ποσότητες λαθραίων αποσταγμάτων ύποπτης «ποιότητας», ιδιαίτερα προβληματικά και επικίνδυνα για την δημόσια υγεία, τα οποία μοσχοπουλιούνται σαν «χύμα τσίπουρο του παραγωγού», σαν «χύμα τσικουδιά του παραγωγού» ή σαν «επώνυμα» ποτά – μπόμπες!

Οι διωκτικές αρχές, μεμονωμένα ή σε συνεννόηση, κάνουν φιλότιμες προσπάθειες να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο αυτό. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο κατά την διάρκεια του 2016, στο πλαίσιο των τελωνειακών ελέγχων κατασχέθηκαν 250.000 λίτρα λαθραίου «τσίπουρου», ενώ το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους 2017 έχουν ήδη κατασχεθεί 120.000 λίτρα. Μπροστά όμως στα πολλά εκατομμύρια λίτρων λαθραίων αποσταγμάτων, οι προσπάθειες των διωκτικών αρχών αποτελούν μια απλή σταγόνα στον ωκεανό του λαθρεμπορίου των διαφόρων αποσταγμάτων.

Σ υ μ π έ ρ α σ μ α: Όταν η Ελλάδα έχει τον μεγαλύτερο Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών σε ολόκληρη την Ευρώπη και πενταπλάσιο από την γειτονική Βουλγαρία, όταν είναι νομικά «προστατευμένη» η ανεξέλεγκτη διακίνηση με μια άδεια απόσταξης ποσοτήτων που αυξάνονται κατά το δοκούν, το λαθρεμπόριο  αποσταγμάτων άγνωστης προέλευσης θα ανθεί και θα γιγαντώνεται σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, των δημόσιων ταμείων και της υγείας των καταναλωτών.

Η Ελλάδα, ήδη αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα σε Ευρωπαϊκό επίπεδο:

(α) με την συζητούμενη, πολύ σοβαρή παρέμβαση στον τομέα των Γεωγραφικών ενδείξεων (το 70% της Ελληνικής παραγωγής έχει Προστατευόμενες Γεωγραφικές Ενδείξεις που αντιμετωπίζουν άμεσο κίνδυνο),

(β) με την υπό εξέταση δυνατότητα εμφιάλωσης αποσταγμάτων με Γεωγραφική Ένδειξη και εκτός της συγκεκριμένης γεωγραφικής ζώνης από την οποία προέρχονται – γεγονός που επιφέρει καίριο πλήγμα στις Ελληνικές εξαγωγές αποσταγμάτων, και

(γ) με την εκκρεμότητα ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για το απείρου κάλλους «καθεστώς» φορολογίας των «αμπελουργών», δηλαδή κυρίως των λαθρεμπόρων που θησαυρίζουν με νοθευμένα και επικίνδυνα αποστάγματα που κανείς δεν γνωρίζει την προέλευση τους.

Συνεπώς, είναι πια καιρός να βάλουμε μόνοι μας τάξη σε ένα σημαντικό κλάδο 223 μονάδων παραγωγής, το 80% των οποίων αποτελείται από μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις διάσπαρτες σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Την «καθαρή λύση» προτείνει ο Σύνδεσμος Ελλήνων Παραγωγών Αποσταγμάτων Αλκοολούχων Ποτών (εκπροσωπεί το συντριπτικό ποσοστό της παραγωγής και των εξαγωγών του κλάδου) την οποίαπροσυπογράφουμε ανεπιφύλακτα:

  • Άμεση και πλήρης απαγόρευση της εμπορικής διάθεσης χύμα αποσταγμάτων των «διημέρων». Όποιος αμπελουργός θέλει, ας βγάλει άδεια ποτοποιού – αποσταγματοποιού και ας κάνει εμπορία με όρους υγιούς ανταγωνισμού απέναντι στις 223, κυρίως μικρομεσαίες οικογενειακές επιχειρήσεις, που βρίσκονται σε κάθε γωνιά της Ελλάδος.
  • Η (ουσιαστικά αφορολόγητη) απόσταξη των πραγματικών αμπελουργών πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στα όρια της αυστηρά οικογενειακής κατανάλωσης, με βάση το αμπελουργικό μητρώο του κάθε παραγωγού.
  • Είναι απόλυτα αναγκαία η σταδιακή μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης Αλκοολούχων Ποτών στα επίπεδα του μέσου όρου που ισχύει στις χώρες – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτή η απλή και καθαρή λύση, θα κλείσει όλα τα «παράθυρα» που χρησιμοποιούν εδώ και δύο δεκαετίες οι λαθρέμποροι αποσταγμάτων θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την δημόσια υγεία. Θα αχρηστέψει το «κίνητρο» του παράνομου πλουτισμού και θα προσφέρει στα δημόσια ταμεία εκατοντάδες εκατομμύρια Ευρώ περισσότερα από όσα εισπράττει σήμερα, παρά την απόλυτα αναγκαία μείωση του Ελληνικού, υψηλότερου στην  Ευρώπη, Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών.

Το Υπουργείο Οικονομικών, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, το Γενικό Χημείο του Κράτους, το Υπουργείο Υγείας, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, η Δίωξη Οικονομικού Εγκλήματος, η Οικονομική Αστυνομία, η Ελληνική Αστυνομία, η Διεύθυνση Τελωνείων αλλά και κάθε λογικός άνθρωπος θα προσυπέγραφε ευχαρίστως μια «καθαρή λύση» στο χρόνιο πρόβλημα που απειλεί σαν καλπάζων καρκίνος ένα ολόκληρο κλάδο με τεράστιες προοπτικές ανάπτυξης, επενδύσεων και εξαγωγών.

Θα το αντιληφθούν επιτέλους οι «υπεύθυνοι» πολιτικοί μας;

Πηγή